Είναι το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας, όμως σύμφωνα με μια νέα έκθεση, ορισμένα υποτίθεται «υγιεινά» μούσλι δεν είναι καλύτερα για εσάς από το να φάτε δύο ντόνατς.
Οι προτεινόμενες μερίδες ορισμένων premium brands μούσλι αποκαλύφθηκε ότι περιέχουν έως και 20 γραμμάρια ζάχαρης, περίπου πέντε κουταλάκια του γλυκού, παρά τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών τους ότι πρόκειται για υγιεινή επιλογή.
Έρευνα της καταναλωτικής οργάνωσης Which? σε 86 προϊόντα μούσλι που διατίθενται στα ράφια των σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι, ενώ το μούσλι είναι γενικά μια υγιεινή επιλογή λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε φυτικές ίνες, ορισμένες ποικιλίες μπορεί στην πραγματικότητα να είναι χειρότερες από το να καταναλώσει κάποιος δύο ντόνατς.

Ένα ντόνατ περιέχει συνήθως περίπου 10 γραμμάρια ζάχαρης. Η διατροφολόγος της Which?, Shefalee Loth, δήλωσε: «Οι υψηλές τιμές, το premium branding και οι λέξεις-κλειδιά ευεξίας δεν εγγυώνται τη διατροφική αξία. Στην πραγματικότητα, οι πιο υγιεινές επιλογές είναι συχνά οι πιο απλές και οι πιο οικονομικές, γι’ αυτό αξίζει να διαβάζετε τα “ψιλά γράμματα” αν ανησυχείτε για τη ζάχαρη ή τα κορεσμένα λιπαρά».
Οι ερευνητές κατέταξαν το μούσλι χρησιμοποιώντας τα ίδια αυστηρά κριτήρια που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν ένα τρόφιμο είναι υψηλό σε λιπαρά, αλάτι ή ζάχαρη (HFSS).
Νωρίτερα φέτος, νέες κατευθυντήριες γραμμές επέβαλαν απαγόρευση διαφήμισης αυτών των τροφίμων στην τηλεόραση πριν από τη ζώνη προστασίας ανηλίκων, καθώς και πλήρη απαγόρευση στο διαδίκτυο, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας.
Με βάση τους νέους κανόνες, ορισμένα προϊόντα που θεωρούνταν «υγιεινές εναλλακτικές» σε δημητριακά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, συμπεριλαμβανομένου του μούσλι, αποσύρθηκαν από τις οθόνες, αλλά όχι από τα ράφια των καταστημάτων.
Σύμφωνα με το μοντέλο αξιολόγησης, τα προϊόντα κατατάσσονται σε κλίμακα από το 1 έως το 100, λαμβάνοντας υπόψη βασικά θρεπτικά συστατικά όπως οι φυτικές ίνες και οι πρωτεΐνες, καθώς και η περιεκτικότητα σε επεξεργασμένα σάκχαρα και κορεσμένα λιπαρά.

Η βαθμολογία των ωφέλιμων θρεπτικών στοιχείων αφαιρείται από τη βαθμολογία των συστατικών που θεωρούνται επιβαρυντικά για την υγεία, προκειμένου να προκύψει το τελικό σκορ του μοντέλου διατροφικής αξιολόγησης.
Η διαφορά, όπως επισημαίνουν οι διατροφολόγοι, σχετίζεται αποκλειστικά με την περιεκτικότητα σε λιπαρά και θερμίδες. Όταν ζητήθηκε σχόλιο από τη Which?, εκπρόσωπος της Raw Gorilla δήλωσε:
«Η σύγκριση ενός εξειδικευμένου προϊόντος KETO με ζαχαρούχα, υπερ-επεξεργασμένα δημητριακά αναδεικνύει τα όρια αυτής της μεθόδου, ενός μαθηματικού μοντέλου “ίδιου για όλους”.
Παρότι το σύστημα τιμωρεί τη φυσική ενεργειακή πυκνότητα και την περιεκτικότητα σε λιπαρά των σπόρων και των ξηρών καρπών μας, αγνοεί τη ζωτική διαφορά μεταξύ μη επεξεργασμένων, ολόκληρων τροφών και υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων. Η πραγματική υγεία αφορά στην ποιότητα της τροφής, όχι απλώς τον αριθμό των θερμίδων».
Κορυφαίοι διατροφολόγοι έχουν στο παρελθόν τοποθετηθεί σχετικά με τη μέθοδο αξιολόγησης θρεπτικού προφίλ, τονίζοντας ότι αξίζει πάντα να ελέγχουμε τη λίστα συστατικών και να προσέχουμε το μέγεθος της μερίδας.
«Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτά τα τρόφιμα είναι “κακά”», είχε δηλώσει στην Daily Mail ο Rob Hobson, «αλλά μας ενθαρρύνει να εξετάζουμε τη συνολική ισορροπία ενός προϊόντος και όχι απλώς την “υγιεινή” του εικόνα».
Η κετογονική (keto) διατροφή προωθεί τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και χαμηλή σε υδατάνθρακες, ώστε να αναγκάσει τον οργανισμό να εισέλθει σε κατάσταση κέτωσης, κατά την οποία καίει λίπος αντί για υδατάνθρακες για ενέργεια.

Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι μπορεί να βοηθήσει στην απώλεια βάρους και ακόμη και στη μείωση συμπτωμάτων κατάθλιψης. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς της σε λιπαρά, ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του ήπατος.
Το NHS συνιστά οι ενήλικες να μην καταναλώνουν περισσότερα από 30 γραμμάρια ζάχαρης ημερησίως.
Σύμφωνα με τη Which?, τα αποτελέσματα αυτά ανατρέπουν τη διαδεδομένη αντίληψη ότι το «premium» σημαίνει και πιο υγιεινό, καθώς ορισμένα πιο οικονομικά μούσλι, βασισμένα σε απλά δημητριακά ολικής άλεσης, συγκέντρωσαν τις υψηλότερες βαθμολογίες.