Δεν άλλαξαν συσκευασία. Δεν έγιναν μικρότερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν άλλαξε καν ιδιαίτερα η γεύση τους. Κι όμως, μερικά από τα πιο γνωστά snacks της Βρετανίας έχουν περάσει από το εργαστήριο για μια σχεδόν αόρατη μεταμόρφωση.
Ένα Ritz, για παράδειγμα, περιέχει πλέον περίπου 80% λιγότερα κορεσμένα λιπαρά από ό,τι πριν από μερικά χρόνια, ενώ η αλλαγή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αντικατάσταση του φοινικέλαιου με ηλιέλαιο. Τα Doritos έχουν επίσης υποστεί αλλαγές στη σύνθεσή τους, ενώ στα BelVita soft bakes το νάτριο μειώθηκε κατά 56%.
Ο λόγος είναι η προσπάθεια της Βρετανίας να περιορίσει την κατανάλωση τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αλάτι και ζάχαρη. Από τον Ιανουάριο του 2026 ισχύει στη Βρετανία απαγόρευση της πληρωμένης διαδικτυακής διαφήμισης προϊόντων που χαρακτηρίζονται HFSS, δηλαδή υψηλά σε λιπαρά, αλάτι ή ζάχαρη, ενώ παράλληλα εξετάζεται νέο σύστημα αξιολόγησης της διατροφικής τους σύστασης.
Κάπως έτσι, το μπισκότο γίνεται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Η μείωση της ζάχαρης, για παράδειγμα, δεν σημαίνει απλώς ότι αφαιρείται η ζάχαρη από μια συνταγή. Η ζάχαρη επηρεάζει τη γεύση, την υφή, τον όγκο και τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος. Γι’ αυτό οι εταιρείες δοκιμάζουν διαφορετικά συστατικά και εξετάζουν ακόμη και την εσωτερική δομή των προϊόντων με τρισδιάστατη απεικόνιση και βιομηχανικούς αξονικούς τομογράφους.
Και τι γίνεται στην Ευρώπη;
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: δεν υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος ευρωπαϊκός κανόνας που να λέει ότι όλα τα Doritos, όλα τα μπισκότα ή όλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα πρέπει να αλλάξουν συνταγή με τον τρόπο που συμβαίνει στη Βρετανία.
Υπάρχει όμως μια ξεκάθαρη ευρωπαϊκή κατεύθυνση προς τη μείωση αλατιού, ζάχαρης και λιπαρών στα επεξεργασμένα τρόφιμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντάξει τη μεταρρύθμιση των τροφίμων στη στρατηγική Farm to Fork (από τη Φάρμα στο Πηρούνι) και έχει θέσει ως στόχο να ενθαρρυνθεί η αλλαγή των συνταγών, μεταξύ άλλων μέσω διατροφικών προφίλ και πιθανών ανώτατων επιπέδων για συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά.

Παράλληλα, οι κανόνες της ΕΕ είναι ήδη αυστηροί ως προς το τι μπορεί να αναγράφεται για τα συστατικά ενός προϊόντος στη συσκευασία του. Για παράδειγμα, ένα προϊόν δεν μπορεί απλώς να γράψει «χαμηλά σάκχαρα» ή «μειωμένα λιπαρά»: υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τέτοιους διατροφικούς ισχυρισμούς. Και η διατροφική δήλωση είναι υποχρεωτική για τη συντριπτική πλειονότητα των προσυσκευασμένων τροφίμων στην ΕΕ, με αναγραφή ενέργειας, λιπαρών, κορεσμένων λιπαρών, υδατανθράκων, σακχάρων, πρωτεΐνης και αλατιού.
Υπάρχει επίσης ευρωπαϊκή προσπάθεια για τη μείωση του αλατιού. Το σχετικό πλαίσιο έχει θέσει ως σημείο αναφοράς συνολική μείωση τουλάχιστον 16% σε διάστημα τεσσάρων ετών, ενώ στοχεύει κατηγορίες όπως ψωμί, προϊόντα κρέατος, τυριά και έτοιμα γεύματα.
Και στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σήμερα κάτι αντίστοιχο με τη βρετανική διαδικασία που βλέπουμε στα Doritos και τα Ritz. Υπάρχουν όμως πολιτικές και δράσεις για τη διατροφή και τη μείωση συγκεκριμένων συστατικών, με ιδιαίτερη έμφαση στο αλάτι.
Μάλιστα, το ελληνικό παράδειγμα του ψωμιού δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει η διατροφική σύσταση ενός προϊόντος μόνο μέσω εθελοντικών συμφωνιών. Το 2016 είχε υπογραφεί Μνημόνιο Συνεργασίας με στόχο μέγιστη περιεκτικότητα αλατιού 1,2% στο παραδοσιακό ψωμί. Όμως μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 και εξέτασε 253 δείγματα ψωμιού από διάφορες περιοχές της χώρας διαπίστωσε ότι το μέσο επίπεδο αλατιού το 2024 ήταν 1,41%, υψηλότερο από το 1,32% του 2012. Μόλις το 19,4% των δειγμάτων βρισκόταν στο όριο του 1,2%.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο τα ελληνικά μπισκότα θα αλλάξουν ξαφνικά συνταγή χωρίς να το καταλάβουμε. Η αλλαγή θα πρέπει να αποτυπωθεί στην ετικέτα, όπως προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες. Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση για το πόσο αλάτι, ζάχαρη και κορεσμένα λιπαρά περιέχουν τα επεξεργασμένα τρόφιμα έχει περάσει πλέον από τη διατροφική συμβουλή στη βιομηχανία και στη νομοθεσία.