Ένας κλινικός ψυχολόγος εξήγησε γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι υποκύπτουν σε συμπεριφορές με τις οποίες σαμποτάρουν τον εαυτό τους, όπως η αναβλητικότητα, το δάγκωμα των νυχιών ή η αποφυγή επαφής με ανθρώπους (ghosting).
Ο δρ. Charlie Heriot-Maitland γράφει στο νέο του βιβλίο, Controlled Explosions in Mental Health, ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι μια μορφή ενστίκτου επιβίωσης, καθώς ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί μικρές βλάβες για να προστατεύσει τον εαυτό του από μεγαλύτερες, πιο σοβαρές απειλές.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να αναβάλει μια εργασία για να αποφύγει ένα πιο μεγάλο «χτύπημα», όπως κριτική, αποτυχία ή απόρριψη.
Όπως λέει: «Ο εγκέφαλός μας είναι μια μηχανή επιβίωσης. Δεν είναι προγραμματισμένος για να μεγιστοποιεί την ευτυχία ή την ευημερία μας, αλλά για να μας κρατά ζωντανούς. Χρειάζεται να υπάρχουμε σε έναν προβλέψιμο κόσμο. Δεν του αρέσουν οι εκπλήξεις. Δεν θέλει να μας αιφνιδιάζει.
Το να εκτιθέμεθα σε απειλές και κινδύνους είναι αρκετά κακό, αλλά η πιο ευάλωτη κατάσταση για εμάς τους ανθρώπους είναι η έκθεση σε απρόβλεπτη απειλή. Ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να το επιτρέψει και θα παρέμβει για να μας δώσει πιο ελεγχόμενες, προβλέψιμες εκδοχές της απειλής».
Ο εγκέφαλος προτιμά να αντιμετωπίσει τη βεβαιότητα μιας ελεγχόμενης απειλής, που ο ίδιος προκάλεσε, παρά μια ανεξέλεγκτη, άγνωστη απειλή, εξηγεί ο δρ. Heriot-Maitland.
«Ο εγκέφαλός μας προτιμά να είμαστε εμείς οι διαιτητές της δικής μας πτώσης, παρά να ρισκάρουμε να καταρρεύσουμε λόγω κάποιου εξωτερικού παράγοντα. Προτιμά να έχουμε εξασκηθεί στο να δεχόμαστε εχθρότητα που δημιουργείται εσωτερικά, παρά να κινδυνεύουμε να βρεθούμε απροετοίμαστοι απέναντι σε αυτή από άλλους».
Ο ίδιος αναφέρει ότι η επιστημονική βάση αυτής της θεωρίας σχετίζεται με το πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε για επιβίωση και όχι για ευτυχία. Αυτό σημαίνει ότι οι εγκέφαλοί μας έχουν εξελιχθεί ώστε να γίνουν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε κάθε πιθανό «χτύπημα» στον ορίζοντα, είτε φυσικό είτε συναισθηματικό, εξηγεί.
«Οι εγκέφαλοί μας έχουν εξελιχθεί ώστε να δίνουν προτεραιότητα στην αντίληψη της απειλής, ακόμη και όταν δεν υπάρχει, προκειμένου να ενεργοποιηθεί μια προστατευτική αντίδραση μέσα μας», λέει.
«Όλοι μας έχουμε κληρονομήσει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σύστημα ανίχνευσης και αντίδρασης σε απειλές».
Οι κοινές αυτοσαμποταριστικές συμπεριφορές περιλαμβάνουν την αναβλητικότητα, την τελειομανία και τον πεσιμισμό, λέει. Η τελειομανία λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο με την αναβλητικότητα, αλλά μέσω διαφορετικού μηχανισμού, εξηγεί ο δρ. Heriot-Maitland.
Ο εγκέφαλος παρατηρεί ότι κάποιοι άνθρωποι επικεντρώνονται υπερβολικά και δίνουν υπερβολική προσοχή στις λεπτομέρειες για να αποφύγουν λάθη, ενώ η αναβλητικότητα αποσπά την προσοχή από τις εργασίες.
Ο σκοπός, όπως και με την αναβλητικότητα, είναι να αποφευχθεί η αποτυχία, αλλά ο τελειομανής κινδυνεύει να υποστεί άγχος και εξουθένωση. Ακόμη μία μορφή αυτοσαμποταρίσματος, εξηγεί, είναι η αυτοκριτική, που μπορεί να εκδηλωθεί ως προσπάθεια αυτοβελτίωσης ή αυτοκατηγορίας.
Αυτή η συμπεριφορά εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος προσπαθεί να αποκτήσει αίσθηση ελέγχου και πρωτοβουλίας. Ο ίδιος λέει ότι όλες αυτές οι συμπεριφορές περιλαμβάνουν νευρολογική «κατάληψη» (neurological hijacking), δηλαδή όταν το σύστημα αντίδρασης σε απειλές του εγκεφάλου χρησιμοποιεί ανώτερες λειτουργίες όπως η φαντασία και η λογική.
Γι’ αυτό, όταν βιώνουμε φόβο, η φαντασία μας μπορεί να μας οδηγήσει σε σενάρια χειρότερης κατάληξης που φοβόμαστε. Το πρόβλημα, λέει, είναι ότι αυτά μπορούν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες προφητείες, συμβαίνοντας ακόμη και όταν αρχικά δεν θα συνέβαιναν.
«Αν νομίζουμε ότι δεν είμαστε καλοί σε κάτι, μπορεί να μην προσπαθήσουμε όσο πρέπει και τότε να τα πάμε χειρότερα απ’ ό,τι θα είχαμε αν κάναμε διαφορετική πρόβλεψη», λέει.
«Ή, αν νομίζουμε ότι κάποιος δεν μας συμπαθεί και τον αποφύγουμε, τότε ο φόβος της απόρριψης μπορεί να μας εμποδίσει να δημιουργήσουμε μια σχέση».
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε αυτούς τους μηχανισμούς πίσω από τις αυτοσαμποταριστικές συμπεριφορές, τις οποίες ονομάζει «ελεγχόμενη έκρηξη» (controlled explosion), αντί να προσπαθούμε να τις εξαφανίσουμε.
«Η ομάδα εξουδετέρωσης βομβών δεν είναι ο εχθρός μας. Προστατεύει κάτι μεγαλύτερο. Kάτι που πονά, κάτι παράξενο ή επώδυνο», λέει. «Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να συνδέεται με μια δύσκολη εμπειρία ζωής, μια απειλή, ένα τραύμα ή μια τραγωδία».
Ωστόσο, είναι σημαντικό να τις αντιμετωπίσουμε, καθώς όπως λέει: «Οι ελεγχόμενες εκρήξεις μας βλάπτουν». Η επίλυσή τους, εξηγεί, απαιτεί πρώτα «να δημιουργήσουμε αίσθημα ασφάλειας γύρω από την κατάσταση που φοβόμαστε».
Επιπλέον, μπορεί να χρειάζεται «να θρηνήσουμε για την απώλεια μιας βασικής ανάγκης σε εκείνη την κατάσταση, που δεν ικανοποιήθηκε, αρνήθηκε ή αγνοήθηκε».
«Δεν θέλουμε να πολεμήσουμε αυτές τις συμπεριφορές, αλλά ούτε να τις επιτρέψουμε να συνεχίσουν να ελέγχουν, να καθοδηγούν και να σαμποτάρουν τη ζωή μας», λέει. «Υπάρχουν επιλογές που μπορούμε να κάνουμε εδώ».