Ο δημοσιογράφος και συλλέκτης, Άρης Λουπάσης, δημοσίευσε στο Instagram μια σπάνια φωτογραφία από το 1960, στην οποία η Μαίρη Αρώνη ποζάρει με τον σκηνοθέτη και μετέπειτα δεύτερο σύζυγό της, Κωστή Μιχαηλίδη, τον Μίμη Φωτόπουλο και τον θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά με αφορμή την πρεμιέρα της κωμωδίας “Η Μαίρη τα λέει όλα”.
Γράφει ο Άρης Λουπάσης στην ανάρτησή του:
΅”Στα παρασκήνια του θερινού θεάτρου Ακροπόλ στις 27 Μαΐου 1960, μια εικόνα συγκεντρώνει πρόσωπα που καθόρισαν το θεατρικό τοπίο της εποχής. Η πάντα φινετσάτη Μαίρη Αρώνη στέκεται δίπλα στον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά (αριστερά), στον σκηνοθέτη και δεύτερο σύζυγό της Κωστή Μιχαηλίδη και στον Μίμη Φωτόπουλο, με αφορμή την πρεμιέρα της κωμωδίας “Η Μαίρη τα λέει όλα”.
Ένα έργο που ο Ψαθάς έγραψε ειδικά για την αξέχαστη “Πάστα Φλώρα” και το οποίο για χρόνια έμενε μακριά από τη σκηνή, ώσπου βρήκε τη στιγμή του και συνάντησε το κοινό με δυναμισμό και ρυθμό. Η παράσταση γνώρισε θερμή ανταπόκριση και στήριξε μια περιοδεία που απλώθηκε σε Ελλάδα και Κύπρο την περίοδο 1960-61.
Μαζί της εκτός του Φωτόπουλου ήταν και οι Δημήτρης Καλλιβωκάς, Λίλυ Παπαγιάννη και ο Ανδρέας Φιλιππίδης, οι οποίοι συγκρότησαν έναν θίασο με συνοχή και σκηνική ενέργεια. Χρόνια αργότερα, το 1978, ο Ψαθάς επανήλθε στο ίδιο υλικό και το μετέφερε στην τηλεόραση με τον τίτλο “Μια υπέροχη γλωσσού”, δίνοντας νέα διάσταση στην ηρωίδα του, με την Γωγώ Ατζολετάκη στον κεντρικό ρόλο. Από τη σειρά αυτή σώζεται ένα μόνο επεισόδιο στο αρχείο της ΕΡΤ, μια μικρή αλλά πολύτιμη μαρτυρία της εποχής.
Έζησαν μαζί για δύο χρόνια
Στην προσωπική της διαδρομή, ο σημαντικός πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου Θεόδωρος Αρώνης στάθηκε ο πρώτος της σύζυγος, τον οποίο παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία το 1933, διατηρώντας το επίθετό του σε όλη την πορεία της. Αργότερα, παντρεύτηκε τον Κωστή Μιχαηλίδη το 1965 και έζησαν μαζί για δύο χρόνια, μια περίοδος που συνδέθηκε με έντονες καλλιτεχνικές αναζητήσεις και κοινές δημιουργικές στιγμές.
Η Μαίρη Αρώνη υπήρξε μορφή σπάνιας ποιότητας, με παρουσία που ισορροπούσε ανάμεσα στη δύναμη και τη λεπτότητα. Στη σκηνή απέδιδε χαρακτήρες με ακρίβεια, καθαρότητα και εσωτερικό ρυθμό, οδηγώντας τον θεατή σε μια ουσιαστική επαφή με το έργο. Στη διδασκαλία της στάθηκε γενναιόδωρη, μεταδίδοντας στους μαθητές της γνώση με σαφήνεια και ουσία, καλλιεργώντας ήθος και σεβασμό προς την τέχνη. Στην καθημερινότητά της ξεχώριζε για τη στάση της, για τη συνέπεια και την αξιοπρέπεια που τη συνόδευαν σε κάθε της βήμα. Μια προσωπικότητα που ανέβασε τον πήχη, προσφέροντας στο θέατρο κύρος, ποιότητα και βάθος”.