Ο δημοσιογράφος και συλλέκτης, Άρης Λουπάσης, δημοσίευσε στο Instagram μια σπάνια φωτογραφία από το 1970, στην οποία βλέπουμε τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και την Έλλη Λαμπέτη να ποζάρουν μαζί.
Γράφει ο Άρης Λουπάσης στην ανάρτησή του:
“Το 1970, στο Θέατρο Κοτοπούλη δύο κόσμοι που έμοιαζαν να κινούνται σε διαφορετικές τροχιές συναντήθηκαν κάτω από τα φώτα της σκηνής. Η Έλλη Λαμπέτη, με τη λεπτή ευαισθησία και τη βαθιά εσωτερικότητα που χάραζαν τον δικό της θεατρικό δρόμο, στάθηκε δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον αγαπημένο πρωταγωνιστή που εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλες επιτυχίες και στον κινηματογράφο.
Για πολλούς, η σύμπραξή τους έμοιαζε απρόβλεπτη. Κι όμως, το θέατρο ξέρει να ενώνει εκείνους που η πρώτη ματιά τοποθετεί σε διαφορετικές σκηνές. Συναντήθηκαν στις 7 Οκτωβρίου του 1970 στο «Τσιν Τσιν» της Φρανσουά Μπιγιεντού και συνέχισαν την ίδια θεατρική περίοδο, με τη «Μια λαίδη στο σφυρί» του Σόμερσετ Μομ. Η συνεργασία τους δεν έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Άφησε ωστόσο, ένα ουσιαστικό καλλιτεχνικό ίχνος. Οι κριτικές αναγνώρισαν τη συνάντηση δύο διαφορετικών υποκριτικών ιδιοσυγκρασιών και κυρίως, τη δυνατότητα του Κωνσταντάρα να κινείται με άνεση πέρα από την κωμική εικόνα που είχε αγαπήσει το ευρύ κοινό. Δίπλα στη Λαμπέτη, απέδειξε πως μπορούσε να κατοικήσει με την ίδια αλήθεια και άλλους δρόμους του ρεπερτορίου.
Την ώρα που στη σκηνή έδινε ζωή σε ρόλους, η Έλλη κουβαλούσε μέσα της μια αγωνία που δεν χωρούσε σε κανένα κείμενο. Από τις αρχές εκείνης της δεκαετίας, μαζί με τον σύζυγό της τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέικμαν, μεγάλωνε τη μικρή Ελίζα, ένα παιδί με το οποίο είχε δεθεί βαθιά. Η υπόθεση της υιοθεσίας εξελίχθηκε σε δικαστική διαμάχη και το 1974, η μικρή επέστρεψε στους φυσικούς γονείς της. Για την Έλλη, ο αποχωρισμός ήταν βαθύ τραύμα, μια σιωπηλή πληγή που συνόδευε τα βήματά της, ακόμη κι όταν το χειροκρότημα γέμιζε την αίθουσα.
Κοιτάζοντας σήμερα αυτή τη φωτογραφία, βλέπουμε δυο μεγάλους ηθοποιούς μαζί. Μα πίσω από τη θεατρική τους συνάντηση διακρίνουμε και κάτι ακόμη, τη χαρά της τέχνης, πλάι σε έναν πόνο που η σκηνή μπορούσε για λίγο να φωτίσει, μα ποτέ να σβήσει.