Αυτή η συνέντευξη με τον Γιώργο Χρανιώτη ξεκίνησε από μια ανάγκη για κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό. Αποφάσισα να ακολουθήσω μια προτροπή που μου είχε δώσει κάποτε ο ηθοποιός Γιάννης Τσορτέκης σε μια παλαιότερη συζήτησή μας. Μου είχε πει τότε πως θα άξιζε τον κόπο κάποια επόμενη συνέντευξη που θα πάρω να γίνει χωρίς καμία προετοιμασία: χωρίς να ψάξω ποιος είναι ο άλλος, τι έχει πει στο παρελθόν και κυρίως, χωρίς να έχω έτοιμες ερωτήσεις στο κεφάλι μου. Με παρότρυνε να συναντήσω τον συνομιλητή μου ακριβώς όπως είμαι και ακριβώς όπως είναι εκείνος εκείνη τη στιγμή. Χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς συμπάθεια ή αντιπάθεια που να έχει προκύψει από προηγούμενες δηλώσεις του.

Για τον Γιώργο είχα ήδη χτίσει μια εικόνα – όπως φαντάζομαι όλοι μας. Στο μυαλό μου ήταν ένας κουλ αλητήριος, μοναχικός, ψαγμένος και φιλοσοφημένος ζεν πρεμιέ. Μπορεί και να ήταν, αλλά φοβόμουν ότι αυτή η εικόνα που είχα πλάσει θα τον περιόριζε σε πολύ στενά πλαίσια. Θέλοντας λοιπόν, να αποφύγω κάθε προσχεδιασμένο «καλούπι» και να ανακαλύψω ποιος στα αλήθεια είναι σήμερα
συνολικά, πήγα σε αυτή τη συνάντηση «λευκό χαρτί», αφήνοντας τη ροή της κουβέντας να μας οδηγήσει. «Νομίζω καλά κάνεις, γιατί κι εγώ φροντίζω να μην έχω ακριβώς εικόνα του εαυτού μου. Με αγχώνει. Θέλω να δέχομαι την έκπληξη που μπορεί να μου προκαλέσει ο εαυτός μου», μου λέει εκείνος όταν του το αποκαλύπτω και η συζήτησή μας ξεκινά από τα απλά και μείζονα.
Θα έφευγες ποτέ από Αθήνα;
Αγαπάω πάρα πολύ τη δουλειά μου και έχω καταλάβει ότι δεν μπορεί να γίνει ακριβώς στη Σπάρτη, που πας εσύ, ή στην Κάρπαθο ή στην Ικαρία. Παρότι κάθε φορά που αισθάνομαι αυτό το πράγμα που αισθάνομαι τώρα –που έρχεται ο ήλιος πάνω μου και λέω «καλοκαίρι» και ας είμαστε μέσα στο Μάρτη–, καταλαβαίνω ότι μάλλον έχω την ανάγκη να αρθρώνω πολλές φορές την λέξη «καλοκαίρι» μέσα στη μέρα μου, ανεξαρτήτως εποχής. Και καλοκαίρι για μένα σημαίνει η διάθεση απόδρασης, η διάθεση να είσαι μακριά από το άστυ, από το αστικό περιβάλλον, από το καυσαέριο, από την ηχορύπανση, από τη βουή.
Πού γεννήθηκες;
Στην Αθήνα. Αλλάζαμε αρκετά συχνά περιοχές σαν οικογένεια: Α΄ Δημοτικού Βριλήσσια, Β΄ Δημοτικού Νέο Ψυχικό, Γ΄ Δημοτικού στο Χαλάνδρι. Μετά, στο Γυμνάσιο, χώρισαν οι γονείς μου κι εγώ πήγα με τη μητέρα μου σ’ ένα διαμέρισμα στην πλατεία Αμερικής. Κι εκεί ήταν διαφορετικά από το Χαλάνδρι. Δύσκολα κι ωραία. Δισκάδικα, συναυλίες –πολύ μουσική γενικά–, πρώτες πορείες, μακριά μαλλιά, ύφος και δρόμος – πολύς δρόμος. Την Αθήνα την αγάπησα και την αγαπάω, αλλά αγαπάω και να την εγκαταλείπω.

Έχει σκληρύνει πολύ τελευταία η πόλη μας. Έχει συσσωρευμένη ένταση και ένα βουητό, όχι πολύ ελκυστικό. Μια περίεργη αυτοματοποίηση στα πάντα. Πολύ κινητό, πολύ ακινησία, πολύ αγένεια – είναι κάπως αλλιώτικα τα πράγματα. Κυριαρχεί μια αίσθηση ακραίας θλίψης. Είναι πολύ βαριά τα πράγματα στην Ελλάδα και στον πλανήτη γενικότερα και μάλλον, όταν κάπως μυρίσουμε και δούμε κάτι άλλο –κάτι φυσικό–, όταν βγούμε στη φύση δηλαδή, ερχόμαστε σε επαφή με εμάς. Λίγο πιο ήσυχα, λίγο πιο σιγανά. Μου λείπει η θάλασσα και το βουνό στην καθημερινότητά μου. Αλλά αγαπάω τη δουλειά μου. Και η δουλειά μου, συνήθως συμβαίνει στην πόλη αυτή. Ασκήσεις ισορροπίας…
Ενδεχομένως να μπορούσες να την κάνεις τη δουλειά σου με άλλον τρόπο αν έφευγες στην επαρχία. Έχεις υπάρξει δάσκαλος, σωστά;
Ναι, ναι.
Θα μπορούσες να ανοίξεις ένα εργαστήρι, ας πούμε, θεατρικό ή μια σχολή και με αυτοοργάνωση, να μπολιάσεις την επαρχία με το κομμάτι της υποκριτικής και το θέατρο. Απλά θα ήσουν πιο πολύ από τον άλλο ρόλο του καθοδηγητή, δάσκαλου αν θέλεις, παρά από του ηθοποιού.
Ναι, αλλά μπορεί τώρα να δίνω το πρόσταγμα στην ομάδα παιδιών που έχω ότι «πάμε να παίξουμε» –εσείς θα παίξετε, εγώ θα διευθύνω λίγο το παιχνίδι σας–, αλλά μετά ξέρω ότι θα πάω κι εγώ να κάνω το ίδιο. Οπότε αυτή η «θεατρική παιδική χαρά» που έχω στη σχολή όταν κάνουμε αυτοσχεδιασμό, σήμερα το βράδυ μπορεί να είναι στο θέατρο Λαμπέτη, αύριο μπορεί να είναι σε ένα γύρισμα. Είναι ένα κομμάτι που θα μου έλειπε πάρα πολύ. Θα μου έλειπε η μπάντα μου, θα μου έλειπαν τα live μας, θα μου έλειπε το θέατρο. Από την άλλη δεν ξέρω, το κρατάω αυτό που λες γιατί όντως, αν ήμουνα χρήσιμος κάπως στην επαρχία…

Μπορούμε με πολλούς τρόπους να είμαστε χρήσιμοι.
Οφείλουμε να είμαστε χρήσιμοι για να είμαστε ευτυχισμένοι. Αυτός είναι μάλλον, ο σύγχρονος ορισμός για την ευτυχία. Αυτό είναι ίσως που σε κρατά για να μη χαθείς. Είναι πολύ σχετικό το ποιος είναι χρήσιμος και ποιος άχρηστος, αλλά μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι το «άχρηστος» είναι ένα επίθετο καθόλου κολακευτικό. Και σίγουρα δεν θα ήθελα να «χαριστεί» σε εμένα. Κάπως έτσι, να ζούμε τη ζωή μας προσφέροντας κάτι.
Μπορείς να προσφέρεις και από έναν απλό ρόλο – αυτόν του πατέρα. Αν και επίτρεψέ μου να πω όμως ότι οι μαμάδες είναι οι υπεράνθρωποι στην ιστορία!
Έχεις δίκιο. Αλλά κι εμείς βέβαια είμαστε άνθρωποι! (γέλια) Στο νηπιαγωγείο έμενα με τη γιαγιά μου που ήταν παπαδιά, τον παππού μου που ήταν παπάς και τη νονά μου, την κόρη τους. Μεγάλωνα δίπλα στη γιαγιά και τη νονά. Τις αγάπησα πολύ και αυτές με λάτρευαν. Η μητέρα μου, η νονά μου και η γιαγιά μου ευθύνονται πολύ μάλλον για τον θαυμασμό που έχω και την αγάπη για το γυναικείο φύλο. Είστε η ζωή. Αν θέλετε, «φέρετε» ζωή σ’ αυτόν τον πλανήτη κι αυτό είναι μαγικό. Είναι πραγματικά «τρελό» να συμβαίνει αυτό το πράγμα στο σώμα σας, να μεγαλώνει ένα πλάσμα εντός σας και μετά να μοιράζεστε αυτή την «εξωγήινη» διαδικασία μαζί μας. Πολύ σας ζηλεύω και πολύ σας ευχαριστώ. Δεν ξέρω αν this is a man’s world, αλλά σίγουρα it would be nothing without a woman or a girl, που λέει κι ο James Brown. Θεωρώ τον εαυτό μου έναν άξιο ερευνητή του πλανήτη σας. Η περιπέτεια συνεχίζεται…
Ναι, από την άλλη βέβαια, ξέρεις, αυτό το μεγάλωμα δεν επιτελείται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Θέλω να πω ότι δεν είναι απαραίτητο στη ζωή μας όντως να πάνε όλα καλά. Υπάρχουν και τα δυσάρεστα απρόβλεπτα. Πώς ζείτε οι γονείς με αυτά τα άγχη;
Θα σου πω… Είμαι ένας άνθρωπος λίγο ευθυνόφοβος, που έλεγα πάντα χαρακτηριστικά ότι «ok, μην κρίνετε την ασυνέπειά μου, είμαι συνεπής στο θέατρο – είμαι στην ώρα μου, είμαι συνεπής στα γυρίσματα». Τώρα, άμα σε στήσω σε ένα ραντεβού, συγγνώμη. Ελπίζω να μην ξεπεράσω το ακαδημαϊκό τέταρτο. Αλλά, γενικά, στις ευθύνες μου… δεν έχω σκύλο, δεν είχα καν συζήσει, δεν είχα παντρευτεί, δεν είχα τέτοια. Με το παιδί έχεις μια ευθύνη. Εγώ, ας πούμε, πολύ χαρακτηριστικά έλεγα ότι εγώ ήμουν παιδί πριν να κάνω παιδί. Τώρα είμαι άντρας. Και μάλλον ήθελα να γίνω και άντρας. Δεν μου άρεσε το ότι ήμουν ένα παιδί – πολύ χαριτωμένο μεν, έδειχνα πολύ νεότερος πάντα, έκανα τα σκέιτ μου, τα ποδήλατά μου και δεν ήθελα να ενηλικιωθώ με έναν τρόπο. Τώρα έρχεται το παιδί και σου λέει: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Αν δεν ενηλικιωθείς, χάνεις όλο αυτό το μαγικό ταξίδι». Και μετά ανέπτυξα και μια θεωρία ότι με το που γίνεσαι γονέας γίνεσαι ήρωας.
Δηλαδή;
Γίνεσαι ήρωας γιατί το συστατικό του ήρωα είναι ότι είσαι έτοιμος να πεθάνεις για μια ιδέα, για κάποιους ανθρώπους, για ένα έθνος ή για μια θρησκεία. Εγώ δεν είμαι έτοιμος να πεθάνω για τίποτα από όλα αυτά. Δεν θα πήγαινα να πολεμήσω για την πατρίδα μου σίγουρα, έτσι όπως είναι τα πράγματα τώρα. Είμαι άθρησκος, οπότε δεν θα με παρακινούσε ούτε αυτός ο λόγος. Καμιά πολιτική ιδέα, επίσης. Για το παιδί μου όμως μπορώ να δώσω τη ζωή μου, τώρα. Αν μου βάλεις το πιστόλι και μου πεις «εσύ ή αυτός», θα σου πω «εγώ». Είμαι ήρωας. Είμαι έτοιμος να πεθάνω για κάτι. Ένας ήρωας χρειάζεται να έχει ευθύνες για να μπορέσει να δώσει τη ζωή του. Δίνει τη ζωή του με αντάλλαγμα κάτι άλλο. Εγώ δεν είχα κάτι σε αντάλλαγμα. Αυτό μου δίνει μια δύναμη και μου τοποθετεί το «εγώ» μου σε μια περιοχή την οποία είχα ανάγκη να το τοποθετήσω, γιατί ήταν αρκετά μεγάλο. Και ενδεχομένως και πολλές φορές χωρίς αντίκρισμα κιόλας. Έτυχε να είναι το εγώ μου μεγάλο, δεν ξέρω πώς. Όπως αυτή η μηχανή εκεί πέρα, η οποία είναι πιο μεγάλη από το παπάκι δίπλα της. Τώρα λοιπόν έχει τοποθετηθεί εκεί που χρειαζόταν. Οπότε κάποιοι άνθρωποι, πέρα από τη ζωή που φέρνουν στον κόσμο είναι καλό για αυτούς να περάσουν σε ένα στάδιο εξέλιξης το οποίο δεν επιτυγχάνεται, νομίζω, διαφορετικά.
Πολύ ωραίο αυτό που είπες.
Τώρα πολλές φορές και στη γυναίκα μου, ας πούμε, της λέω: «Τα χέρια σου τώρα που είσαι μαμά έχουν δυναμώσει». Μου λέει: «μα εμένα μου αρέσανε τα χέρια μου όταν ήταν πιο λεπτά». Της λέω: «ναι, αλλά τώρα έχεις πολύ ωραίο σώμα ακόμα, έχεις άλλο σώμα όμως, σώμα γυναίκας που πιάνει το παιδί και το σηκώνει ψηλά». Ενώ με το προηγούμενο σώμα της μπαλαρίνας δεν θα είχε αυτή τη δύναμη. Αλλάζετε μετά την τεκνοποίηση. Αλλάζουμε μετά από ένα παιδί. Αν αναλογιστούμε το πώς πρέπει να αλλάξει το σώμα μας, η ψυχή μας, το μυαλό μας, οι προτεραιότητές μας, ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη δουλειά. Είναι εξωφρενικό. Εγώ μετά το παιδί η απόλαυση που παίρνω από τη δουλειά μου είναι πολλαπλάσια. Δεν το περίμενα.

Α, πώς κι έτσι;
Θα πω ότι ξαφνικά, ειδικά στα πρώτα χρόνια του μικρού που ακόμα ο άντρας δεν έχει συνειδητοποιήσει…
Ναι και νομίζω ότι είναι και λιγότερο εμπλεκόμενος. Διόρθωσέ με.
Όχι, για μένα, γιατί δεν με άφηνε η γυναίκα μου να είμαι λιγότερο εμπλεκόμενος. Με εμπλέκει από την αρχή. Και καλά μου έκανε.
Πηδάμε από το ένα θέμα στο άλλο, αλλά θέλω πολύ να μου πεις κάτι… Πώς επιβιώνει ένα ζευγάρι τα πρώτα χρόνια που έρχεται ένα μωρό;
Νομίζω υπάρχουν διάφορες πίστες. Υπάρχει η πίστα ότι έχουμε βοήθεια, γιαγιά, παππού, αδερφή, οποιοδήποτε άνθρωπο είναι εκπαιδευμένος ως γονέας και υπάρχει και η άλλη πίστα, που δεν έχουμε βοήθεια. Εμείς ανήκαμε στη δεύτερη κατηγορία. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι η πιο δύσκολη πίστα και η πιο ενδιαφέρουσα, γιατί πρέπει να βρεις τον τρόπο να αντλείς ευχαρίστηση από την εξελικτική καθημερινότητα που κυρίως αφορά στο παιδί. Δηλαδή να βλέπεις αυτό το πλάσμα μέρα με τη μέρα να αλλάζει. Όμως, κάποιες στιγμές είναι σαν ένα μεγάλο κρεβάτι. Και στο κρεβάτι αυτό πρέπει να κοιμηθούν οι δύο άνθρωποι και όχι τρεις ή τέσσερις. Το ζευγάρι πρέπει να μείνει ακέραιο. Οπότε ένας μεγάλος αγώνας είναι να κρατηθεί η ακεραιότητα του ζευγαριού σε ερωτικό, σε συναισθηματικό, σε προσωπικό και σε ανθρώπινο επίπεδο.
Αυτό το έχεις όμως στο μυαλό σου όταν κάνεις παιδί;
Όχι, τίποτα δεν είχα στο μυαλό μου. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν ότι με αυτή τη γυναίκα θα κάνω παιδί. Και ευτυχώς αυτή τη βλακώδη μου αφέλεια την αγκάλιασα πάρα πολύ γιατί δεν μπήκα σε καμία πρακτικότητα. Υπήρχε μια χαρά! Το ότι τώρα θα γίνουμε γονείς! Και ευτυχώς αυτή η χαρά ήρθε όταν πια ήξερα ότι ήθελα πάρα πολύ να κάνω ένα παιδί. Και αυτό το ήξερε και η Γεωργία.
Κι αυτό όμως πώς το ξέρεις; Το ξέρεις πάντα;
Δεν ξέρω πώς το ξέρεις. Μέχρι τα 40 για μένα δεν υπήρχε ως πλάνο. Τους λυπόμουν τους γονείς! Δεν καταλάβαινα το concept. Δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο πρέπει να χαρώ που θα γίνεις εσύ μαμά κι ο άλλος μπαμπάς. Υπάρχουν άνθρωποι πιο ευφυείς που καταλαβαίνουν ότι το παιδί θα σου δώσει μια ενδιαφέρουσα αποστασιοποίηση από τον εαυτό σου και το «εγώ» σου, την οποία κάθε άνθρωπος μάλλον τη χρειάζεται. Ίσως κάποιοι μοναχοί δεν κάνουν παιδιά γιατί αυτό το έχουν από μόνοι τους, έχουν τη σοφία να αγαπάνε όλο τον κόσμο. Εγώ δεν ήμουν τόσο σοφός, ούτε τόσο ευφυής, γι’ αυτό μάλλον το χρειαζόμουν το παιδί.
Μιλένιαλ εδώ! Η πρώτη φορά που σε κατέγραψα ως ηθοποιό ήταν στη σειρά με τη Λίνα Σακκά. Τι θυμάσαι από εκείνη την περίοδο; Είχε γίνει πανικός τότε.
Ήταν το 2001-2002. Τότε έγινε το μεγάλο «μπαμ». Βέβαια, τηλεόραση πρωτοέκανα το 1994. Η σειρά με τον Μανούσο (Μανουσάκη) όμως είχε τεράστια ανταπόκριση. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ένα σχολείο με περικύκλωσε για αυτόγραφα. Εκεί κατάλαβα πώς η δημοσιότητα μπορεί να με τρομάξει. Με ενδιέφερε η ανταπόκριση, αλλά όχι να παραβιάζεται ο χώρος μου. Όταν ο άλλος με άγγιζε χωρίς τακτ, είδα κάτι που κατάλαβα ότι θα με στενέψει. Τώρα όμως μπορώ να το ορίσω καλύτερα.
Τώρα παίζεις στον Δικαστή στον ANT1 αλλά και στο Θέατρο Λαμπέτη στο Η Ληστεία της Συμφοράς. Στην παράσταση κάνετε συνέχεια λάθη βάσει σεναρίου. Στην πραγματικότητα, έχουν γίνει ευτράπελα;
Η φάρσα είναι ένα είδος κωμωδίας γρήγορο, ακαταμάχητα ρυθμικό και φρενιασμένο. Ναι, έχουν γίνει διάφορα. Έχει φύγει η περούκα μου, έχει σπάσει ο μηχανισμός του κρεβατιού, έχουμε χάσει λόγια… αλλά υπάρχει μια αίσθηση απ’ όλους τους ηθοποιούς, κινησιολογικής αναρχίας και συντονισμού. Μια πολύ ειδική και εξοντωτική συγκέντρωση αλλά και ελευθερία. Ωραία δουλειά, με θεατές πολύ ενεργούς. Χαρά μεγάλη η Ληστεία, πανηγύρι ενορχηστρωμένο. Στον Δικαστή ολοκληρώσαμε τα γυρίσματα και αποχαιρέτησα τον Δράκο, τον χαρακτήρα μου. Ωραία ήταν.
Σινεμά θα κάνεις;
Έκανα τώρα μια μικρού μήκους, λέγεται η Προετοιμασμένη. Τη σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Ζαπατίνας. Αφορά έναν κακοποιητή γυναικών. Ο τρόπος που τιμωρείται στο τέλος είναι μια υπέροχη «θεία δίκη». Κάθε γυναίκα θα ήθελε να δει αυτή την κάθαρση για έναν τύπο που εθίζεται στην κακοποίηση.

Τζάκετ Massimo Dutti. Παντελόνι Dirty Laundry.

Τι είναι πιο σημαντικό για εσένα για να πεις «ναι» σε μια δουλειά. Ο ρόλος, το σενάριο ή οι συνεργάτες;
Οι συνεργάτες, ξεκάθαρα! Η ομάδα είναι το μεγαλύτερο κίνητρο. Η τέχνη μπορεί να σε μετατοπίσει πυρηνικά, αλλά η ανθρωπιά είναι η μεγαλύτερη τέχνη. Τα υγρά μάτια των «μεταξωτών ανθρώπων». Η ομορφιά του άντρα. Η ομορφιά της γυναίκας. Αυτά είναι τέχνη. Πιστεύω ότι η εποχή με τις «εκκεντρικές, αγενείς ιδιοφυΐες» του θεάτρου έχει τελειώσει. Εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα, εμείς τους θεοποιήσαμε και συγχωρήσαμε ακόμα και εγκληματικές προθέσεις ή κακοποιητικές συμπεριφορές επειδή ήταν «ταλέντα». Το θέατρο είναι δύσκολο, αλλά είναι και υπέροχο, σαν όνειρο. Και το όνειρο θέλει φροντίδα, όχι κακοποίηση. […] Δεν θα συγκρίνω ποτέ τη δουλειά μου με ενός διασώστη που βγάζει ένα παιδί από τα συντρίμμια ή ενός γιατρού στην Παλαιστίνη. Εκείνοι είναι «θεοί». Το ότι βγαίνω στη σκηνή και μιλάω είναι σπουδαίο, σε κάθε περίπτωση, δεν μου δίνει το δικαίωμα να είμαι αγενής ή να μου λείπει η ανθρωπιά. Η τέχνη μπορεί να σε μετατοπίσει πυρηνικά, αλλά η ανθρωπιά είναι πάνω από όλα.
Εσύ έχεις πάει και στη Γάζα, με την αποστολή March to Gaza Greece, οπότε φαντάζομαι ότι ιεραρχείς πολύ την ανθρωπιά. Αν το σκεφτείς, τώρα γίνεται πόλεμος παντού, γίνονται φοβερά πράγματα κι εμείς είμαστε εδώ και τα λέμε. Νιώθεις ενοχή; Ότι δηλαδή κάνουμε μια συνέντευξη για ένα lifestyle περιοδικό και το βράδυ θα πας στην παράσταση, ενώ το σύμπαν καταστρέφεται;
Αν δεν ένιωθα ενοχή, δεν θα είχα πάει στη Γάζα το καλοκαίρι. Πολλές φορές το σώμα μου κινητοποιείται πιο γρήγορα από το μυαλό μου. Αν δω κάποιον να κλωτσάει ένα σκυλί, δεν θα σκεφτώ, θα σηκωθώ αμέσως. Η διάθεσή μου είναι να του κάνω κακό, αλλά θα συγκρατηθώ για να προστατέψω το ζώο. Έτσι νιώθω και για τη συλλογική αδικία. Έχω την αίσθηση ότι η λέξη «δικαιοσύνη» αρχίζει να παραγράφεται από τα λεξικά. Σε λίγες δεκαετίες οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν τι σημαίνει δίκιο και άδικο. Με πιάνει απελπισία όταν βλέπω τον απρόκλητο θάνατο παιδιών, την έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ζωή. Αλλά αν έχω μια «αποστολή» σε αυτή τη ζωή, είναι να θυμίζω στον εαυτό μου και στους άλλους ότι το δίκαιο αξίζει να το παλεύουμε – είτε στον δρόμο είτε από το πληκτρολόγιο, αν και προτιμώ το πρώτο. Δεν πρέπει να γινόμαστε «αναισθητοποιημένοι» και να νοιαζόμαστε μόνο για την πάρτη μας. Ακόμα κι αν κέρδιζες 10 εκατομμύρια, δεν θα λυνόταν το πρόβλημά σου. Θα έπρεπε πάλι να είσαι χρήσιμος για το κοινό καλό. Δεν μπορείς να πας εσύ μπροστά αν ο διπλανός σου πεινάει. Κάποιοι λένε ότι μένουν ανεπηρέαστοι όταν βλέπουν κάποιον να ψάχνει στα σκουπίδια. Τους αμφισβητώ. Απλώς επιλέγουν να καταπιέσουν την ευαισθησία τους για να αντέξουν τη μέρα τους.
Τώρα που έχεις παιδί, σε πιάνει αυτό το «spiral» κακών σκέψεων για το μέλλον του;
Καθημερινά αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που έφερα ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά τώρα είναι εδώ και πρέπει να δω πώς θα ζήσει. Όταν βλέπω τον Αλέξανδρο να παίζει στη θάλασσα, λέω «γιατί να μην είμαστε συνέχεια στη φύση;». Η φύση έχει μια minimum σοφία που δεν τη βαριέσαι ποτέ, ενώ η πόλη έχει μια maximum σκληρότητα που σε εγκλωβίζει. Είναι αισθητηριακό το ζήτημα: Στη φύση ανοίγεις τα ρουθούνια σου να αναπνεύσεις, στην πόλη βάζεις μάσκα. Στη φύση ανοίγεις τα αυτιά σου για να ακούσεις το θρόισμα, στην πόλη βάζεις ακουστικά για να γλιτώσεις από την ηχορύπανση. Γι’ αυτό το ένα μου πόδι είναι στην τέχνη και το άλλο στη φύση. Με τις αποδράσεις μου στη φύση καταφέρνω να αντέχω την πόλη.
Είδες που η συζήτηση τελειώνει σιγά σιγά από εκεί που άρχισε; Πριν κλείσει ο κύκλος που κάναμε, θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμα… Σε ξέρουν και οι πέτρες, παρότι δεν κάνεις συνέχεια τηλεόραση. Τι είναι αυτό που δεν φανταζόμαστε για σένα;
Ότι είμαι σχετικά μοναχικός τύπος. Μου αρέσει πάρα πολύ να είμαι μόνος μου. Να πάω σινεμά μόνος, θέατρο μόνος, ταξίδι μόνος. Όσο ενθουσιάζομαι που γνώρισα εσένα σήμερα, άλλο τόσο ενθουσιάζομαι στην προοπτική ότι θα περάσω το βράδυ μόνος μου βλέποντας μια ταινία αφού κοιμηθούν όλοι. Έχω ταξιδέψει μόνος σε όλο τον κόσμο. Δεν θα χάσω μια συναυλία ή ένα ταξίδι στην Αυστραλία επειδή δεν βρήκα παρέα. Η εμπειρία μου δείχνει ότι στα ταξίδια γνωρίζεις τόσο κόσμο που στο τέλος πάλι θα ζητάς τη μοναξιά σου. Το να επενδύεις και στην ατομικότητά σου είναι ευλογία.

Παρότι και στη μουσική team player είσαι. Έχεις μπάντα, τους Imitate your Mother, από το 2012!
Μόλις βγάλαμε τον δίσκο μας, ο οποίος κυκλοφορεί και σε βινύλιο (περίπου 250 κομμάτια). Είναι ήδη διαθέσιμος σε streaming πλατφόρμες και θα κάνουμε παρουσίαση τον Μάιο και live εμφανίσεις σε κάποια φεστιβάλ το καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα τώρα στα 52 μου να φύγω περιοδεία με την μπάντα όπως παλιά και να παίξουμε 40 live σε ένα καλοκαίρι, αλλά αύριο έχουμε πρόβα και μου έλειψε πολύ. Το να κάνω 5-10 live τον χρόνο, μου είναι απαραίτητο και θα ήθελα επίσης να ξέρω ότι αφήσαμε ένα αποτύπωμα στη μουσική. Αυτόν τον δίσκο τον λατρεύω. Είναι αγγλόφωνο garage rock, είναι δικό μας, ατόφιο πράμα.
Το θέμα αρχικά φιλοξενήθηκε στο περιοδικό InStyle Greece Απρίλιος, τεύχος 138.