Παρόλο το χαρακτηριστικό του πρόσωπο, είναι χαμαιλέοντας. Παρόλο το ιδιόρρυθμο, δύσκολο ονοματεπώνυμο είναι πλέον σταρ. Στη μεγάλη του διαδρομή, έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινείται με άνεση ανάμεσα στο κλασικό βρετανικό θέατρο, τις τηλεοπτικές σειρές που γίνονται διεθνή φαινόμενα και τον παγκόσμιο κινηματογράφο –blockbuster ή απαιτητικό, σινεφίλ, ανεξάρτητο.
Ο Benedict Cumberbatch έγινε παγκοσμίως γνωστός ως ο ιδιοσυγκρασιακός, μοντέρνος Sherlock στη σειρά του BBC, μια ερμηνεία που άλλαξε τους κανόνες για το πώς μπορεί να παρουσιαστεί ένας θρυλικός χαρακτήρας στη μικρή οθόνη. Όμως το σινεμά τον διεκδίκησε με μια σειρά ρόλων υψηλών απαιτήσεων: από το σύμπαν της Marvel και το franchise του Doctor Strange, μέχρι τους μεταμορφωτικούς, δύσκολους χαρακτήρες σε ταινίες όπως τα The Imitation Game και The Power of the Dog (για τα οποία κέρδισε και οσκαρικές υποψηφιότητες).
Εμείς τον συναντήσαμε στην Berlinale, στην πρεμιέρα της νέας του ταινίας Ένα Πράγμα με Φτερά του Dylan Southern, την κινηματογραφική μεταφορά του best seller Η Θλίψη είναι ένα Πράγμα με Φτερά (2018) του Max Porter. Μία ιστορία που εξετάζει το πένθος και την απώλεια σαν ένα goth εφιαλτικό παραμύθι – καθώς ένας νέος άντρας και πατέρας έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο της γυναίκας του κι ο πόνος του μεταμορφώνεται σε ένα επιθετικό μαύρο κοράκι που τον στοιχειώνει. Κι ο Cumberbatch παραθέτει μία ερμηνεία δυνατή, ωμή, κι ίσως και πάλι οσκαρική.
Όμως δεν μοιάζει να ήταν αυτή η αιτία που τον αποδέχθηκε. Γιατί η συζήτησή μας πήγε πολύ πιο βαθιά, πολύ πιο προσωπικά.
Από την Πόλυ Λυκούργου
Το θέμα αρχικά φιλοξενήθηκε στο περιοδικό InStyle Greece, τεύχος Ιανουαρίου.
Κύριε Cumberbatch βρεθήκατε μπροστά σε έναν πολύ δύσκολο, επώδυνο ρόλο. Τι σας έκανε να πείτε το «ναι»;
Είχα διαβάσει το βιβλίο καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Και με είχε συνθλίψει. Δεν πίστευα όμως ποτέ ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη. To ονειρευόμουν, αλλά το θεωρούσα αδύνατον. Μεσολάβησε όμως το θεατρικό έργο, με τον καταπληκτικό συνάδελφο Cillian Murphy, κι αυτό με έκανε να είμαι πιο θετικός.
Κοιτάξτε, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν πολλές ταινίες, ή κι άλλα έργα τέχνης, που να εξετάζουν την αδυναμία των αντρών να αντιμετωπίσουν τη θλίψη των αντρών, την ευαλωττότητά τους απέναντι στην απώλεια. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να εκτεθούν έστω οι επόμενες γενιές σε κάτι πιο υγιές. Ότι είναι ok να νιώσεις αδύναμος, να επιτρέψεις στο πένθος να σε αγγίξει βαθιά, να γίνεις χάλια. Γιατί μόνο αντιμετωπίζοντας τα συναισθήματά σου θα περάσεις απέναντι – όχι θάβοντάς τα κάτω από το χαλάκι. Ναι, οι άντρες κλαίνε και πρέπει να κλαίνε. Και δεν είναι μόνο η περίπτωση μίας απώλειας που μπορεί να σε φέρει σε αυτό το σημείο.
Ο σημερινός κόσμος είναι γεμάτος τραγωδίες – πόλεμοι, καταστροφές, κοινωνικές και πολιτικές αδικίες. Το πένθος είναι το πρώτο βήμα για να μετακινηθούμε προς κάτι – μία αναγκαία αλλαγή. Είμαι πολύ περήφανος που με αυτήν την ταινία ανοίξαμε αυτόν το διάλογο – προς όλο τον αντρικό πληθυσμό, αλλά ιδιαίτερα τους συμπατριώτες μου.
Πώς το εννοείτε αυτό;
Οι Βρετανοί μεγαλώνουμε με την συνθήκη ότι δεν δείχνουμε ποτέ τι αισθανόμαστε. Σχεδόν ούτε στον εαυτό μας. Η σωστή συμπεριφορά ενός gentleman είναι να φορά το προσωπείο της εγκράτειας των συναισθημάτων του. Ο καθωσπρέπει άντρας δεν δείχνει ποτέ αν πιέζεται με τη δουλειά, την οικογένεια, τα παιδιά, τη ζωή. Ακόμα κι όταν δέχεται βάρβαρα χτυπήματα της μοίρας, όπως έναν θάνατο αγαπημένου ανθρώπου. Οπότε για μένα αυτός ο ρόλος απαιτούσε να σπάσω και τους προσωπικούς μου, βαθιά εσωτερικευμένους φραγμούς. Όμως, με έναν περίεργο τρόπο, ίσως να είναι κι ο ρόλος που πλησιάζει περισσότερο στο ποιος πραγματικά είμαι. Ένας μεσοαστός άντρας, ένας οικογενειάρχης, ένας καλλιτέχνης από το βορειοδυτικό Λονδίνο. Όλα τα αισθάνθηκα πολύ κοντά μου, πολύ αληθινά, το βίωσα πολύ προσωπικά.
Είναι αρκετά προσωπική και η επόμενη ερώτηση, αλλά εφόσον μού δίνετε μια τέτοια πάσα, θα την τολμήσω. Οι ηθοποιοί συνήθως αντλείτε συναισθήματα από κάποια δική σας εμπειρία για να ερμηνεύσετε έναν ρόλο. Εσείς έχετε βιώσει απώλεια και πένθος;
Πώς θα ήταν αλλιώς δυνατόν – είμαι 47 χρονών, έχω περάσει από όλο το φάσμα εμπειριών, καλών και κακών. Eχω χάσει αγαπημένα μου πρόσωπα, έχω έρθει αντιμέτωπος με σκοτάδια. Νομίζω ότι αυτό είναι το σημείο που ενώνει όλους μας – ότι δεν έχουμε κανέναν έλεγχο απέναντι στο θάνατο. Δεν μπορούμε να σώσουμε όσους αγαπάμε, δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε, είμαστε εντελώς μετέωροι και αδύναμοι. Με αυτό ταυτίζεται και το κοινό και για αυτό αγαπήθηκε το βιβλίο τόσο πολύ. Ελπίζω και η ταινία.

Ο ήρωας της ταινίας αιφνιδιάζεται από τον πόνο που νιώθει, ισοπεδώνεται. Τι σας βοηθούσε για να μπείτε συναισθηματικά στις πολύ δύσκολες σκηνές;
Θα σας ακουστεί κλισέ, λυπάμαι για αυτό, αλλά είναι αλήθεια: σκεφτόμουν τα παιδιά μου. Λένε ότι από τη στιγμή που αποκτάς παιδιά ανοίγει μία ακόμα πόρτα μέσα σου για ανεξερεύνητα συναισθήματα. Είναι αλήθεια. Ακόμα και οι μικροί συμπρωταγωνιστές μου στην ταινία με έκαναν κομμάτια. Υπάρχει μια σκηνή που ηχογραφούν ένα voice over, ανοίγονται για το πώς νιώθουν που έχασαν την μητέρα τους. Κράτησα αυτήν την ηχογράφηση και σε κάθε δύσκολη σκηνή την έπαιζα πριν πάω στο σετ. Άμεση συντριβή. Άμεση καταρράκωση. Να ακούς παιδικές φωνούλες να πονούν.
Δεν είναι όμως τυχαίο ότι είναι καλλιτέχνης. Νιώθετε ότι η τέχνη, το σινεμά έχει και μία ψυχαναλυτική διάσταση;
Και για εμάς τους θεατές, αλλά και για εσάς τους ηθοποιούς. Εσείς διοχετεύετε προσωπικά, δύσκολα βιώματα στους ρόλους σας; Σας βοηθά αυτή η διαδικασία; Ναι, η τέχνη του ήρωα τον βοηθάει να αντιμετωπίσει την οργή του θανάτου. Η τέχνη είναι πάντα ψυχαναλυτική. Κι εγώ μπορεί να χρησιμοποιήσω μία ερμηνεία για να βρουν διέξοδο δικά μου τραύματα. Το σινεμά είναι κάθαρση και γιατρειά. Όμως πρέπει να είσαι προσεκτικός – δεν είσαι εκεί για τον εαυτό σου, αλλά για να υπηρετήσεις έναν ρόλο. Δεν έχεις ποτέ εσύ προτεραιότητα.
Ως θεατή, ποια ταινία έχει βοηθήσει εσάς σε δύσκολες στιγμές; Είναι κάποια που «σας γιάτρεψε»;
Το Μια Υπέροχη Ζωή του Frank Capra. Είναι μία άμεση ένεση καλοσύνης που τη χρειάζομαι.
Να ξαναπιστέψω ότι οι άνθρωποι είμαστε καλοί, νοιαζόμαστε για το γείτονά μας, θα συντρέξουμε. Επίσης από μικρό παιδί με βοηθούσε ο Ε.Τ. του Steven Spielberg. Και τώρα που είμαι εγώ πατέρας, ακόμα περισσότερο.
Μιλώντας και πάλι για την πατρότητα – μία κομβική πτυχή της ταινίας είναι ότι δείχνει πόσο επισκεπτική ήταν η σχέση του πατέρα με τα παιδιά, όσο ζούσε η μαμά. Εκείνη γνώριζε τα πάντα, εκείνος έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του – δεν ήξερε ούτε την καθημερινότητά τους, ούτε τις ανάγκες τους, ούτε πώς να τους συμπεριφερθεί.
Αυτό είναι μία μεγάλη πληγή, είναι αλήθεια. Όχι ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά οι περισσότεροι άντρες, ειδικά όσοι δουλεύουν πολλές ώρες, δεν έχουν ιδέα για την καθημερινότητα των παιδιών τους. Είναι μπαμπάδες μερικές ώρες την εβδομάδα. Οι μητέρες ξέρουν τα μαθήματα του σχολείου, τις καθημερινές υποχρεώσεις, τις χαρές, τις λύπες, τις αδυναμίες. Και δυστυχώς αυτό κληρονομείται από γενιά σε γενιά – είναι λυπηρό ότι το συζητάμε ακόμα τον 21ο αιώνα. Αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς είναι ένα συναίσθημα βαθιά ριζωμένο: έφερες τα χρήματα, κράτησες τους πάντες ασφαλείς κάτω από μια στέγη, τέλειωσαν οι υποχρεώσεις σου. Δεν είναι έτσι. Και τώρα πλέον που εργάζονται και οι δυο γονείς βλέπεις κουρασμένους γονείς και παιδιά παρκαρισμένα μπροστά σε ένα κινητό, παλιότερα σε μια τηλεόραση. Δεν γίνεται να αφήνουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν με οθόνες. Βλέπουμε τις συνέπειες ήδη.
Κάπου διάβασα ότι απεχθάνεστε τα κινητά τηλέφωνα, δεν θέλετε καν να κοιτάτε τι ώρα είναι στο κινητό σας;
Ναι, το κινητό μου είναι στην τσέπη μου. Κοιτάω το ρολόι μου για την ώρα. Είμαι γενικότερα άνθρωπος που προτιμώ να ζω, όσο μπορώ, μακριά από την ψηφιακή τεχνολογία. Δεν μπορεί να συγκριθεί, για παράδειγμα, η κομψότητα και η ομορφιά ενός ρολογιού στον καρπό σου, πώς αποκτά το χέρι σου μία προέκταση αισθητικής, με ένα ψυχρό κινητό. Πόση επίσης ελευθερία κι αυτονομία – κανένα καλώδιο, κανένας φορτιστής, καμία ειδοποίηση να σε ταράζει. Απλώς ένα ρολόι να σου θυμίζει τον χρόνο που έχουμε σε αυτήν τη γη.
Δεν μιλάτε συχνά για τα παιδιά σας, αλλά αυτός ο ρόλος όπως είπατε είναι τόσο προσωπικός. Τα μικρά αγόρια της ταινίας αιφνιδιάζουν τον πατέρα τους με στοιχεία του χαρακτήρα τους. Έχουν μία δύναμη τα παιδιά να σε ξαφνιάζουν. Το έχετε νιώσει αυτό με τα δικά σας;
Ναι, με κάτι που δεν ξέρω από που το απέκτησαν – δεν τους το μετέδωσα εγώ, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Είναι όλο δικό τους και με συγκινεί κάθε φορά, με κάθε ευκαιρία που το επιδεικνύουν. Η φοβερή, πηγαία, ορμητική τους ικανότητα για καλοσύνη κι ενσυναίσθηση. Από πολύ μικρά, όταν ακόμα δεν είχαν εκτεθεί σε εμπειρίες, είχαν μία φυσική ροπή προς την συμπόνοια – με τα άλλα παιδάκια, με τα ζώα, με εμένα και την μητέρα τους, ακόμα κι όταν τα μαλώναμε, εισπράτταμε αγκαλιές. Δεν ξέρω από που πηγάζει όλο αυτό αλλά εύχομαι να το διατηρήσουν για πάντα. Πολλοί πιστεύουν ότι πρέπει να σκληραγωγήσεις τα παιδιά σου για να επιβιώσουν. Εγώ δεν συμφωνώ. Η ασπίδα απέναντι στην αδικία αυτού του κόσμου είναι να διατηρήσεις την καλοσύνη σου.
Μπορεί κανείς να διατηρήσει την καλοσύνη του, την ηθική του, στον ανταγωνιστικό κόσμο του θεάματος;
(γελάει). Δύσκολα. Αλλά αυτό είναι θέμα επιλογών. Δοκιμάζεσαι. Εμένα με βοήθησε ότι έγινα διάσημος σχετικά αργά στην καριέρα μου – όχι από την αρχή, όχι πολύ νέος. Είχα αναπτύξει εργαλεία αντίστασης, κριτήρια επιλογών. Μπορούσα να απομακρυνθώ από όλο το χάος, το θόρυβο της «celebrity ανοησίας», να βρίσκω το κέντρο μου.

Διάβαζα σε πρόσφατη συνέντευξή σας ότι απεχθάνεστε τον όρο «celebrity». Ότι σας προσβάλει.
Μα, δεν είναι βαθιά προσβλητικό να σε αποκαλούν «διάσημο»; Διάσημο ως προς τι; Ειδικά στην εποχή μας που οι περισσότεροι διάσημοι είναι παίκτες των reality shows. Ποιο είναι το κριτήριο για να είναι κανείς celebrity; Κανένα. Το αν σε αναγνωρίζουν στο σούπερ μάρκετ; Αν σε κυνηγούν για ένα αυτόγραφο ή μια selfie; Με προσβάλει βαθιά αυτό το τσουβάλιασμα. Εγώ είμαι ηθοποιός. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου όλο το κομμάτι της φήμης. Με απασχολεί μόνο η δουλειά. Προσπαθώ να περνάω απαρατήρητος γιατί μόνο έτσι μπορώ να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου – το οποίο είναι κομμάτι της μελέτης μου ως ηθοποιός. Δεν μπορείς να μελετάς καθημερινά την ανθρώπινη φύση, αν είσαι εσύ το επίκεντρο κι όλοι κοιτούν εσένα.
Όμως μετά τους blockbuster ρόλους, αλλά και με την αναγνώρισή σας με 2 ταινίες που σας έφτασαν στις οσκαρικές υποψηφιότητες, γίνατε πολύ διάσημος. Δεν είναι κάτι που μπορείτε να αποφύγετε. Πόσο επηρέασε τη ζωή σας, τις επιλογές στην καριέρα σας αυτή η έκθεση σας σε ένα μαζικό κοινό;
Είναι αλήθεια ότι μετά τον Sherlock, πολύ πριν τον Dr Strange και τις ταινίες της Marvel, άνοιξε μία μπουκαπόρτα την οποία περίμενα, αλλά όχι σε αυτόν το βαθμό. Η τηλεόραση το έχει αυτό – μπαίνει σε όλα τα σπίτια, σε κάνει λαϊκό ήρωα μέσα σε ένα βράδυ. Είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου για αυτήν την έκθεση, αλλά η αλήθεια είναι ότι με ξεπέρασε, υπήρξαν και στιγμές που με καταπίεσε. Όχι η αγάπη των ανθρώπων, αυτό είναι πάντα υπέροχο. Αλλά ο περιορισμός της ελευθερίας μου, των κινήσεών μου. Στη δουλειά μου επίσης επιζητώ ελευθερία. Η όποια διασημότητα μού δίνει επιλογές blockbuster ταινιών με συνεργάτες που ενδιαφέρουν; Θα τις κάνω. Υπάρχουν όμως ρόλοι, σενάρια, σκηνοθέτες σε πιο μικρά, ανεξάρτητα, προκλητικά πρότζεκτς που μου κινούν το ενδιαφέρον; Θα τα κάνω. Θέλω ελευθερία κινήσεων. Αλλιώς πνίγομαι.
Στο τέλος της μέρας, δεν είναι πιο βολικό το Marvel universe παρά ένας τόσο δύσκολος ρόλος; Πόσο βασανιστικό είναι να κουβαλάτε κάτι τόσο επώδυνο;
Όχι, δεν με ταλαιπωρούν οι δύσκολοι ρόλοι. Τους προτιμώ. Μόνο αν κάτι με τρομάζει, όταν νιώθω ότι δεν ξέρω από που να το πιάσω, με ενδιαφέρει. Διαφορετικά, βαλτώνω. Δεν θέλω να μένω στην ασφάλειά μου. Θέλω να παλεύω κι εγώ με τα μαύρα κοράκια μου. Κι ας με νικήσουν, δεν πειράζει.