Ο δημοσιογράφος και συλλέκτης, Άρης Λουπάσης, δημοσίευσε στο Instagram μια σπάνια φωτογραφία στην οποία ο Αλέξης Μινωτής υποδέχεται με ένα φιλί την Κατίνα Παξινού στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης το 1948.
Γράφει ο Άρης Λουπάσης στην ανάρτησή του:
“Όταν μια φωτογραφία μοιάζει τόσο μικρή, που αδυνατεί να χωρέσει το μεγαλείο δύο ιερών μορφών της τέχνης. Ο Αλέξης Μινωτής το 1948 στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, υποδέχεται με ένα εγκάρδιο φιλί τη σύζυγό του Κατίνα Παξινού από το ταξίδι της στο Λονδίνο.
Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου βρίσκει τη μεγάλη ηθοποιό στην Αγγλία, μακριά από την πατρίδα και το 1941 αποφασίζει να περάσει στην Αμερική αναζητώντας δημιουργικό έδαφος και ασφάλεια. Στην τέταρτη ημέρα του ταξιδιού το πλοίο δέχεται τορπίλη από γερμανικό υποβρύχιο και βυθίζεται, μετατρέποντας τη διαδρομή σε δραματική δοκιμασία. Δεκαεννέα ώρες αγωνίας στη θάλασσα ώσπου ένα βρετανικό πολεμικό σκάφος περισυλλέγει τους επιζώντες. Στη μαρτυρία της στην εφημερίδα «Ατλαντίς» στις 5 Οκτωβρίου του 1941, μιλά με θαυμασμό για το κουράγιο των Βρετανών και χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη εμπειρία ως τη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής της.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες πλάι στον Μινωτή, αφοσιώνεται στο θέατρο και θριαμβεύει με την «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν στη Βοστώνη και στη Νέα Υόρκη, κερδίζοντας κοινό και κριτικούς. Ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο κορυφαίος συγγραφέας Έρνεστ Χέμινγουεϊ που εντυπωσιάζεται από την θηριώδη ερμηνεία της και της προτείνει δοκιμαστικό για την κινηματογραφική μεταφορά του έργου «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Η επιλογή της για τον ρόλο της “Πιλάρ” ανοίγει τον δρόμο προς διεθνή αναγνώριση. Η ταινία προβάλλεται το 1943 και η ερμηνεία της αποσπά διθυραμβικές κριτικές, ενώ στις 3 Μαρτίου 1944 γίνεται η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που κατακτά Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου.
Ως το 1951 ζει ανάμεσα σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο, συμμετέχει σε αντιπολεμικές και φιλανθρωπικές δράσεις και συνεχίζει αδιάκοπα τη σκηνική της πορεία.
Με την επιστροφή της στην Ελλάδα με τον Μινωτή, σμιλεύουν ρόλους αρχαίας τραγωδίας στην Επίδαυρο και στο Εθνικό Θέατρο με πειθαρχία, ένταση και βαθιά γνώση του λόγου, μετατρέποντας κάθε εμφάνιση σε τελετουργία. Η κοινή τους διαδρομή χαρίζει στο ελληνικό θέατρο κύρος, μέτρο και διαχρονική λάμψη, αφήνοντας ένα αποτύπωμα που φωτίζει έως σήμερα την ιστορία της σκηνής”.