Η Βαλέρια Τάραντο, διευθύνουσα σύμβουλος των πολυκαταστημάτων Notos μιλά στο InStyle για το βιωσιμότητα στη μόδα

Φωτογραφία: Νίκος Μαλιάκος

Από τη θητεία της στο τμήμα Global Sales – Commercial Dep στον Mc Queen η Βαλέρια θυμάται ότι κάθε μέρα στο γραφείο γινόταν ένα πάρτι. «Όταν δούλευα στον Alexander McQueen, ήταν ακόμα μια start-up εταιρεία, οπότε καθημερινά είχαμε στο γραφείο πέντε σκυλιά, φωνές, ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλο, γινόταν χαμός, αλλά ήταν φανταστική εμπειρία! Kαι επειδή ακριβώς η εταιρεία ήταν πολύ μικρή κλήθηκα να κάνω τα πάντα. Ήμουν 22 χρόνων, με ελεύθερη πρόσβαση παντού στα show, όπου τα έβλεπα όλα από κοντά. Περνούσαμε ενάμιση μήνα στο Παρίσι με όλη την ομάδα […]». Και η πορεία της συνεχίζει εξίσου συναρπαστικά: Τέσσερα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει τη διαφημιστική προώθηση όλων των εταιρειών που υπάγονται στον όμιλο Gucci ως worldwide media planning & buying manager. «Στον όμιλο Gucci, από την άλλη, φορούσαμε ψηλοτάκουνα και ντυνόμασταν στην τρίχα, γιατί δεν μπορούσες να πας σαν λέτσος, όταν ο Tom Ford κυκλοφορούσε στον όροφο και έκρυβε όλα τα καλώδια που έβλεπε ή όταν οι πυροσβεστήρες ήταν μέσα σε δερμάτινες θήκες με το μονόγραμμα του Gucci» σχολιάζει. Λίγα χρόνια μετά η Βαλέρια επιστρέφει στην Ελλάδα ως buying director των Πολυκαταστημάτων attica, ενώ σήμερα τη βρίσκουμε σε μια πραγματικά απαιτητική θέση, αυτή του fashion business insider.

KΡΙΣΤΕΛ ΛΙΑΚΟΥ: Ήξερες από όταν σπούδαζες Οικονομικά και ύστερα Management στο Λονδίνο και το Μιλάνο ότι ήθελες να ασχοληθείς με τη μόδα και το fashion buying;

ΒΑΛΕΡΙΑ ΤΑΡΑΝΤΟ: Όχι, δεν το ήξερα, αλλά και ποιος ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του σε μικρή ηλικία, όταν δεν μπορούμε να φανταστούμε καν πόσα και ποια επαγγέλματα υπάρχουν; Δεν μας εκπαιδεύουν και δεν μας εξηγεί κανείς πόσο φανταστικά μπορεί να είναι κάποια επαγγέλματα. Οπότε κι εγώ δεν ήξερα… Είχα βέβαια μια τάση να μου αρέσει η μόδα, αλλά όλα καθορίστηκαν όταν πήγα στο Μιλάνο, στο πλαίσιο ενός προγράμματος ανταλλαγής στο πανεπιστήμιο Bocconi. Εκεί, παρότι είναι μια σχολή Οικονομικών, έχει πολλά μαθήματα για μόδα, τα οποία και είχα επιλέξει να παρακολουθήσω. Όταν ήρθε ο καιρός να κάνω την πτυχιακή μου σε οικονομικά θέματα, αποφάσισα να ασχοληθώ με τις συγχωνεύσεις και τις αγορές ιταλικών εταιρειών πολυτελών αγαθών, ώστε ναι μεν να έγραφα 50.000 λέξεις που είχαν να κάνουν με οικονομικούς παράγοντες αλλά να γράφω και για κάτι ενδιαφέρον. Επικεντρώθηκα λοιπόν στις συμφωνίες που έκανε τότε η εταιρεία Gucci Group, η οποία εκείνη την περίοδο αγόραζε τον Saint Laurent, τον Alexander McQueen, τον Bottega Veneta κ.ά.

K.Λ.: Τρομερό πώς αυτή η πτυχιακή ήταν ο προπομπός για το μέλλον σου…

Β.Τ.: Πράγματι, όταν αποφοίτησα το 2001, βαριόμουν να κάνω 50 αιτήσεις των 30 σελίδων για τράπεζες και είπα «Δεν στέλνω καλύτερα σε όλα τα fashion companies;». Και με πήρε τελικά ο CFO του McQueen. Στην αρχή με προσέλαβε για να κάνω Οικονομικά. Για να καταλάβεις, αυτό ήταν λίγο σαν λογιστική και δεν με ενδιέφερε. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο και κάπως έτσι μεταφέρθηκα και στο εμπορικό κομμάτι. Ύστερα δούλεψα στον όμιλο Gucci και ήμουν υπεύθυνη διαφήμισης εννέα brand σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε αυτή η σταδιοδρομία, πάντα με έναν προσανατολισμό στα Οικονομικά, τα οποία ως τομέας βοηθούν τελικά. Δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις μόνο το εικαστικό μέρος της δουλειάς.

K.Λ.: Γιατί επέστρεψες στην Ελλάδα;

Β.Τ.: Πάντα έλεγα ότι θα γυρίσω στην Ελλάδα όταν βαρεθώ το Λονδίνο, αλλά το Λονδίνο δεν το βαριέσαι ποτέ! (γέλια) Δούλευα εκεί ήδη 8-9 χρόνια αλλά θα άλλαζα πόστο –το Gucci Group τo είχε ήδη εξαγοράσει η Kering– και τη θέση μου και όλη την ομάδα θα τη μετέφεραν από το Λονδίνο στο Παρίσι. Εγώ δεν ήθελα να πάω στο Παρίσι για την ίδια δουλειά και συγχρόνως, επειδή είχα πει ότι πρέπει να αλλάξω δουλειά και ίσως βάση, έστειλα και πέντε βιογραφικά στην Ελλάδα, εκ των οποίων το ένα ήταν στα attica. Την επομένη λοιπόν μου τηλεφώνησαν και ύστερα από μια σειρά συνεντεύξεων πήρα τη θέση του business development και buying director και έπειτα ανέλαβα εξολοκλήρου το τμήμα Βuying. Ήρθα στην Ελλάδα έχοντας ήδη μία θέση να με περιμένει, γι’ αυτό λέω κάπως ότι χρειάζεται πάντα τύχη. Έτσι έγινε τώρα και με τα πολυκαταστήματα Notos, που απλώς προέκυψε. Με πήραν εκείνοι τηλέφωνο, τώρα που ύστερα από δύο χρόνια freelance δουλειές (consulting στη Zeus+Δione, Callista ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2021 InStyle 125 Crafts και σε πολλά άλλα) ήμουν διατεθειμένη να ξαναμπώ σε κάτι πιο corporate και απαιτητικό.

K.Λ.: Ο κόσμος πιστεύει ότι ένας fashion buyer ψωνίζει με την πιστωτική κάποιου άλλου. Ποια είναι η μεγαλύτερη ανακρίβεια που υπάρχει σχετικά με το επάγγελμα αυτό;

 Β.Τ.: Νομίζουν ότι είναι μια πολύ ευχάριστη δουλειά, όπου απλά βλέπουμε ρούχα, χαζολογάμε σε ένα πολύ ωραίο showroom και φοράμε συνεχώς μοναδικές δημιουργίες… Κάτι που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που πραγματικά κάνουμε. Παλιότερα ίσως ήταν πιο glamorous το να είσαι fashion buyer, μια και ήταν πολύ πιο λίγα τα μαγαζιά και σαφώς μικρότερος ο ανταγωνισμός. Σήμερα το 90% του χρόνου ενός buying director είναι νούμερα. Γι’ αυτό αν δεν ξέρεις νούμερα, κάηκες! (γέλια)

 K.Λ.: Ποια χαρακτηριστικά κάνουν έναν καλό fashion buyer, πέρα από τα νούμερα;

 Β.Τ.: Η περιέργεια και το να έχει μάτι. Γιατί πρέπει να ψάχνει αλλά και να έχει τη δυνατότητα να δει πώς να κάνει εμπορικό κάτι. Και οι καλές δημόσιες σχέσεις βοηθάνε γιατί, καλώς ή κακώς, έτσι μαθαίνεις πρώτος τα ανερχόμενα brands – πλέον δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα γιατί είναι τόσο μεγάλη η πληροφορία, που πρακτικά δεν γίνεται. Επίσης, πιστεύω ότι ένας καλός fashion buyer ακούει και είναι ανοιχτός σε πράγματα, αξιολογεί και πολλές φορές λέει «ναι» ακόμα και σε εκείνα που πολλές φορές δεν του αρέσουν αλλά που ξέρει ότι θα βοηθήσουν το brand.

 K.Λ.: Τι αλλάζει στον κόσμο της μόδας και πώς αυτό αντανακλάται και στο δικό σου αντικείμενο;

Β.Τ.: Θεωρώ ότι αλλάζει άρδην το σκηνικό. Αν και στην αρχή χαιρόμουν που θα βλέπαμε αυτό το καθόλου βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο να αποδομείται, σήμερα καθώς περνάμε το δεύτερο lockdown κοιτάζω τις εξελίξεις μουδιασμένη. Δυστυχώς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε όλοι από ένα brand γιατί δεν υπάρχουν τα χρήματα στην αγορά, άρα και αγοραστικό κοινό για όλους. Συν του ότι πρέπει να κοπούν συλλογές. Εγώ παλιά στον McQueen πουλούσα έναν χειμώνα και ένα καλοκαίρι και ξαφνικά έγιναν 4 οι συλλογές κάθε χρόνο. Δεν χρειάζεται τόσο πολύ εμπόρευμα. Μπορείς να δίνεις κάθε μήνα νέα προϊόντα στην αγορά αλλά από μία μόνο συλλογή. Οπότε θεωρώ ότι θα γίνει αναγκαίο –αλλά άκομψο– ξεσκαρτάρισμα από όλη τη μετριότητα. Η αλλαγή θα είναι επίπονη και σίγουρα θα κλείσουν πολλές μικρές εταιρείες και θέσεις εργασίας, αλλά η βιομηχανία της μόδας πρέπει να αλλάξει επιτέλους!