Μόλις είδα την ταινία 33 λεπτών που συνοδεύει τη νέα συλλογή του Demna Gvasalia (ένας από τους δύο αδερφούς και συνιδρυτής των Vetements), ο οποίος μετά την πορεία του στον Balenciaga, ανέλαβε πλέον τον ρόλο του δημιουργικού διευθυντή στον οίκο Gucci. Η ταινία αυτή, σκηνοθετημένη από τον Elliot Page, έχει τον τίτλο The Tiger και μου είναι πολύ ξεκάθαρο ότι λειτουργεί σαν αλληγορικό παραμύθι για την ιστορία του θρυλικού οίκου. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο η Demi Moore υποδύεται την Barbara Gucci, επικεφαλής του οίκου παγκοσμίως και chairman στην Καλιφόρνια (γράφει ο τίτλος της), μια γυναίκα που συγκεντρώνει γύρω της τα παιδιά της και έναν εκλεκτό καλεσμένο – έναν επιφανή δημοσιογράφο μόδας με κύρος και βαρύτητα στον διεθνή Τύπο – για να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλιά της. Η παρουσία του δημοσιογράφου είναι δίκοπο μαχαίρι. Είναι τιμή και απειλή ταυτόχρονα, καθώς η Barbara προσπαθεί να τον κερδίσει ώστε να γράψει καλά για εκείνη, ενώ ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια τα οικογενειακά φαντάσματα.
Το καστ είναι εξίσου εντυπωσιακό. Δίπλα στη Demi Moore βλέπουμε τον Edward Norton, τον Ed Harris, την Keke Palmer, την Kendall Jenner και την Alex Consani, μεταξύ άλλων. Στην αρχή όλα μοιάζουν ιδανικά, η εικόνα της οικογένειας είναι άψογη, στο τέλειο σπίτι, με τα τέλεια ρούχα και τα τέλεια χαμόγελα, η οικοδέσποινα είναι εμβληματική, κομψή – μια ντάνα. Όμως, όσο περνά η βραδιά, οι ισορροπίες καταρρέουν.
Σε μια από τις πιο ωραίες για μένα σκηνές, την ώρα που η Barbara συνομιλεί με τον σημαντικό καλεσμένο της, ο γιος της (Edward Norton) μπαίνει στο δωμάτιο και την ρωτά: «Αν ήσουν σε ένα δωμάτιο με μια τίγρη, τι θα έκανες;». Εκείνη, απορημένη, απαντά «Γιατί να είμαι σε ένα δωμάτιο με μια τίγρη;». Ο γιος της την κοιτάζει πιο έντονα και λέει «Είσαι ήδη σε ένα τέτοιο δωμάτιο. Και όλοι μας είμαστε σε ένα δωμάτιο με μια τίγρη. Οπότε τι θα έκανες;» Η Barbara δεν έχει απάντηση. Και τότε ο γιος της συνεχίζει… «Θα την αφήσεις να σε φάει. Μην το παλέψεις, μην προσπαθήσεις να κάνεις διαπραγματεύσεις όπως κάνεις πάντα. Άσε την τίγρη να σε καταπιεί εντελώς. Και όταν σε καταπιεί, θα σε εμπεριέχει».
Η αλληγορία μού είναι ξεκάθαρη και αγγίζει κατευθείαν την ιστορία της οικογένειας Gucci.
Γιατί πράγματι, όπως και η Barbara της ταινίας, έτσι και οι πραγματικοί Gucci βρέθηκαν στο ίδιο δωμάτιο με την τίγρη. Η τίγρης είναι ο όμιλος Kering, που αγόρασε τελικά τον οίκο μετά τις διαμάχες της οικογένειας, ενώ η LVMH είχε επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί τις εσωτερικές κρίσεις του Gucci. Παρά την εξαγορά, ο Maurizio Gucci (ο εγγονός του ιδρυτή του οίκου Guccio Gucci), διατήρησε τη θέση του επικεφαλής μέχρι το 1995, όταν δολοφονήθηκε από πληρωμένο δολοφόνο (βαλμένο από τη γυναίκα του) και έκτοτε η οικογένεια δεν κατάφερε ποτέ να ανακτήσει την πλήρη εξουσία.
Το παρελθόν του οίκου είναι γεμάτο τραγωδίες. Ο Guccio Gucci ίδρυσε τον οίκο στη Φλωρεντία το 1921 και τον παρέδωσε στα παιδιά του. Τον Aldo, τον Rodolfo, τον Vasco και τον θετό Ugo, ο οποίος πέθανε νωρίς. Πολύ γρήγορα, οι ισορροπίες διαλύθηκαν. Ο Aldo, ο πιο χαρισματικός γιος, ανέλαβε τα ηνία, επεκτείνοντας την εταιρεία διεθνώς, ενώ ο Rodolfo (πατέρας του Maurizio, που όλοι γνωρίσαμε από την ταινία House of Gucci) έμεινε στη σκιά. Οι συγκρούσεις δεν άργησαν να ξεσπάσουν, πρώτα ανάμεσα στα αδέλφια και μετά ανάμεσα στα ξαδέρφια.
Η τρίτη γενιά υπήρξε μοιραία. Λένε ότι η πρώτη γενιά φτιάχνει, η δεύτερη γενιά εξελίσσει και η τρίτη γενιά διαλύει.
Έτσι λοιπόν, ο Guccio Gucci που από bell boy που κουβαλούσε βαλίτσες σε πολυτελή ξενοδοχεία όπως το Savoy στο Λονδίνο έφτιαξε το 1921 τον Gucci, ανοίγοντας το πρώτο του κατάστημα στην Φλωρεντία από όπου και καταγόταν. Όταν οι γιοί του μεγάλωσαν, ασχολήθηκαν κι εκείνοι με την οικογενειακή επιχείρηση και την επέκτειναν. Είδαν τον Gucci, από ένα μικρό κατάστημα με βαλίτσες, ως fashion brand και άνοιξαν καταστήματα σε Ρώμη, Νέα Υόρκη και Ασία, προσθέτοντας συλλογές από τσάντες και αξεσουάρ. Στα 1980s και μετά από μια σειρά λάθος κινήσεων, ο Maurizio Gucci, εγγονός του Guccio, κληρονόμησε το πλειοψηφικό μέρος της εταιρείας και ανέλαβε τον έλεγχο του οίκου. Όμως οι εσωτερικές έριδες και τα οικονομικά προβλήματα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην αποτυχία. Ο Maurizio, παρά το ότι πούλησε μεγάλο ποσοστό στον όμιλο Kering (τότε PPR), διατήρησε τη θέση του επικεφαλής μέχρι το 1995, όταν δολοφονήθηκε στο Μιλάνο, στα σκαλιά του ίδιου του του γραφείου. Η οικογένεια Gucci δεν ανέκαμψε ποτέ από αυτή την τραγωδία και από τις αδυσώπητες συγκρούσεις.
Εδώ είναι που η ταινία The Tiger προσθέτει ακόμα μια συμβολική διάσταση. Οι ξαδέρφες που φτάνουν από το Μιλάνο και εκθέτουν την Barbara μπροστά στον καλεσμένο της μοιάζουν να ενσαρκώνουν αυτήν ακριβώς την παθογένεια. Η ιταλική οικογένεια καταρρέει μπροστά στα μάτια του θεατή, όπως κατέρρευσε και στην πραγματικότητα δημόσια.
Σε μια άλλη σκηνή, πιο προσωπική και εύθραυστη στο τέλος της ταινίας, η Barbara ρωτά την κόρη της: «Πώς με βλέπεις;» Εκείνη της απαντά: «Σαν τι; Σαν icon, σαν ηγέτιδα, σαν μητέρα;» Και η Barbara, με τη φωνή της Demi Moore να σπάει, απαντά: «Σαν όλα αυτά. Ήθελα να είμαι πολλά πράγματα.» Η κόρη της δεν δίνει απάντηση, απλώς την χαϊδεύει στην πλάτη. Μια σιωπηλή στιγμή που μεταφέρει με κινηματογραφική ακρίβεια τον αγώνα της γυναίκας να κρατήσει δεκάδες ταυτότητες ενωμένες, έναν αγώνα που στοιχειώνει τις γυναίκες της σύγχρονης εποχής, από τη χειραφέτηση μέχρι σήμερα.
Η ταινία, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια φανταστική αφήγηση. Είναι με μια πιο σύγχρονη διάσταση ένα καθρέφτισμα της πραγματικής ιστορίας του Gucci. Ενός οίκου που γνώρισε καταρρεύσεις και αναγεννήσεις, που πάντα την ώρα που λάμπει κινδυνεύει να βυθιστεί ξανά. Και πράγματι, μετά την πτώση της δεκαετίας του 1980 και την τραγωδία των ’90s, ο Gucci αναγεννήθηκε με τη δύναμη ενός ανθρώπου – του Tom Ford. Ως creative director, μαζί με τον τότε CEO Domenico De Sole, μετέτρεψαν τον Gucci σε συνώνυμο της νέας πολυτέλειας και ήταν το όνομα που συζητούσε τότε όλος ο κόσμος. Ήταν γνωστοί ως Tom-Dom-Bomb. Τότε ήταν που ο οίκος επέστρεψε στην κορυφή, στο χάρτη της luxury μόδας, ανανεωμένος και τολμηρός.
Από εκεί και μετά, η ιστορία συνεχίστηκε με μια σειρά από ισχυρές δημιουργικές φωνές. Frida Giannini, Alessandro Michele, Sabato De Sarno. Και τώρα, με τον Demna Gvasalia να παρουσιάζει την πρώτη του συλλογή υπό τον τίτλο La Famiglia, ο οίκος αξίζει μερικές αράδες ρετροσπεκτίβας.
Tom Ford (1994–2004)
Σε μια περίοδο κατά την οποία ο οίκος βρισκόταν ακόμα σε φάση ανάκαμψης μετά την πτώση των ’80s και την τραγωδία των ’90s, ο Ford έφερε μια τολμηρή αισθητική, μετατρέποντας το brand σε παγκόσμιο σύμβολο σύγχρονης πολυτέλειας.

Μοντέλα με εμβληματικές sexy glam δημιουργίες διά χειρός Tom Ford, μέρος της συλλογής Άνοιξη/Καλοκαίρι 2002 και 2003.
Ο Tom Ford ανέλαβε τη θέση του creative director το 1994, σε μια περίοδο που ο οίκος Gucci βρισκόταν σε οικονομική κρίση. Ο Tom δούλευε στον οίκο από τότε που ζούσε ο Maurizio. Το 1990 τον είχε προσλάβει η τότε creative director Dawn Mello σαν in-house σχεδιαστή για τα ready-to-wear. Η γυναίκα αυτή προσπάθησε να δώσει ξανά τον αέρα του luxury στον ιταλικό οίκο και επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των εσόδων μέσω της διαφήμισης, ενώ στρατηγικά έκλεισε πολλά καταστήματα για να ενισχύσει την αίσθηση της αποκλειστικότητας της μάρκας. Τελικά όμως, το 1994 πήγε στον Bergdorf Goodman. Το όραμά της συνέχισε ο Tom, ο οποίος επανέφερε την αίγλη και τη λάμψη στον οίκο, δημιουργώντας το χαρακτηριστικό του σέξι glamour. Οι συλλογές του χαρακτηρίζονταν από στενές σιλουέτες, βαθιά ντεκολτέ και πολυτελή υφάσματα, ενώ οι διαφημιστικές καμπάνιες του ήταν τολμηρές και προκλητικές, ενισχύοντας την εικόνα του Gucci ως σύμβολο επιθυμίας και κομψότητας.
Ο Tom Ford, σε συνεργασία με τον τότε CEO Domenico De Sole, κατάφερε να αυξήσει σημαντικά τα έσοδα, φέρνοντας τον οίκο ξανά στην κορυφή του διεθνούς luxury χάρτη. Τα κέρδη εκτοξεύτηκαν, η φήμη του Gucci αποκαταστάθηκε και οι συλλογές του είχαν status. Ενδεικτικά να πούμε ότι η αξία της εταιρείας εκτοξεύθηκε από 1 δισ. δολάρια το 1994 σε πάνω από 4 δισ. δολάρια το 1999, σύμφωνα με το Forbes. Ο Ford κατάφερε να ξαναφέρει στον οίκο την ταυτότητα που είχε χαθεί μέσα στα οικογενειακά δράματα. Το 2004, ο Ford μετά από διαμάχες με τον Kering αποχώρησε από τον οίκο (μαζί του και ο Domenico), αλλά η επιτυχία του έγινε σημείο αναφοράς, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί κάθε επόμενη στρατηγική δημιουργική και οικονομική κίνηση του οίκου.
Frida Giannini (2006–2015)
Η Frida Giannini ανέλαβε τον ρόλο της δημιουργικής διευθύντριας του Gucci το 2006, σε μια περίοδο κατά την οποία ο οίκος ανακάμπτει μετά την εποχή Tom Ford και προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην κληρονομιά της πολυτέλειας και τις απαιτήσεις μιας πιο σύγχρονης αγοράς. Δούλευε ήδη στο τμήμα δερμάτινων ειδών και είχε ήδη διακριθεί για τις καινοτομίες της σε τσάντες και αξεσουάρ. Η ανάληψη της θέσης της creative director σήμανε την αρχή μιας νέας εμπορικής στρατηγικής, πιο επικεντρωμένης στις τσάντες και στα δερμάτινα είδη.

H δημιουργική ματιά της Frida Giannini μέσα από τέσσερα looks της συλλογής Φθινόπωρο/Χειμώνας 2007 και Άνοιξη/Καλοκαίρι 2010.
Η Giannini επικέντρωσε το βλέμμα της στην αναβίωση εμβληματικών σχεδίων του οίκου, όπως οι τσάντες Jackie και Bamboo, δίνοντάς τους μια σύγχρονη, πιο προσιτή αισθητική. Παράλληλα, ενίσχυσε την παρουσία του Gucci σε παγκόσμιο επίπεδο, επεκτείνοντας το δίκτυο καταστημάτων και εντείνοντας τις στρατηγικές marketing. Οι συλλογές της συνδύαζαν ρετρό επιρροές με πολυτελή υλικά, και η αισθητική της ισορροπούσε ανάμεσα σε κομψότητα, φινέτσα και είχαν όμως εμπορική προσβασιμότητα.
Σε οικονομική διάσταση, η θητεία της Giannini περιλάμβανε τόσο σημαντικά ανοδικά σημεία, όσο και προκλήσεις. Τα έσοδα του οίκου σημείωσαν αύξηση τα πρώτα χρόνια, όμως γύρω στο 2014 παρατηρήθηκε μια πτώση, γεγονός που οδήγησε τη διοίκηση σε αναθεώρηση στρατηγικών. Παρά την πίεση, η Giannini διατήρησε το στόχο της – την αναγνώριση της κληρονομιάς του Gucci και στην προσέλκυση νέων αγορών, κάτι που ενίσχυσε την εμπορική εικόνα του οίκου. Η αποχώρηση της Giannini τον Ιανουάριο του 2015, παράλληλα με τον CEO Patrizio di Marco, σήμανε το τέλος μιας εποχής σταθερότητας αλλά χωρίς επαναστατική δημιουργικότητα. Η κληρονομιά της παραμένει όμως σημαντική, κατά την άποψή μου.
Βλέποντας τώρα από απόσταση, της αναγνωρίζω ότι κατάφερε να συνδέσει το Gucci με ένα ευρύτερο κοινό, να ενισχύσει την εμπορική αξία του οίκου και να αναβιώσει κλασικά εμβληματικά σχέδια (που σήμερα μονοπωλούν το ενδιαφέρον μας), θέτοντας τις βάσεις για την επόμενη γενιά creative directors.
Alessandro Michele (2015–2022)
Ο Alessandro Michele ανέλαβε τη θέση του δημιουργικού διευθυντή στον οίκο Gucci τον Ιανουάριο του 2015, προκαλώντας αίσθηση με την τολμηρή του αισθητική και την ανατροπή των παραδοσιακών κανόνων της μόδας. Γεμάτος ρετρό αισθητική και με έμπνευση την πλούσια κληρονομιά του οίκου, ο Michele παρουσίασε μια σειρά από συλλογές που συνδύαζαν το κλασικά κομψό με τα μοντέρνα στοιχεία, δημιουργώντας ένα νέο, τολμηρό και αναγνωρίσιμο στιλ για τον Gucci.
Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από σημαντική οικονομική ανάπτυξη για τον οίκο. Από το 2015 έως το 2021, τα έσοδα του Gucci σχεδόν τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 9,7 δισεκατομμύρια, ενώ τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τον The Guardian. Ωστόσο, παρά την αρχική επιτυχία, η ανάπτυξη άρχισε να επιβραδύνεται γύρω στο 2019, με τα ποσοστά αύξησης να μειώνονται από 45% το 2015 σε 13% το 2019 – κάτι που μάλλον οδήγησε στην αποχώρησή του τον Νοέμβριο του 2022. Η είδηση θυμάμαι τότε είχε σοκάρει τους απανταχού εθισμένους με τη μόδα. Κανένας μας δεν μπορούσε να διανοηθεί άλλον στη θέση του Michele, ο οποίος είχε καταφέρει να τον φοράνε τα ποπ είδωλα όλου του κόσμου, σαν τον Harry Styles, να θέλουν όλοι τα ρούχα του, αλλά να τον φοράνε λίγοι. Ή τελοσπάντων, οι λίγοι που όμως εκτινάσσουν τις πωλήσεις. Κι αυτό, ακόμα κι όταν το γράφω τώρα, την ώρα που το πληκτρολογώ, μου φαίνεται τόσο παράδοξο, όσο κι ακατόρθωτο. Κι όμως…

Από αριστερά: Μοντέλο από τη συλλογή του Alessandro Michele, Love Parade. Τρία looks από τη συλλογή του Sabato de Sarno, Gucci Ancora.
Sabato De Sarno (2022–2025)
Και μετά ήρθε ο Sabato De Sarno. Ανέλαβε τη θέση του δημιουργικού διευθυντή τον ίδιο μήνα, τον Νοέμβριο του 2022, με στόχο την επανατοποθέτηση του οίκου στην αγορά. Δημιούργησε ένα trademark χρώμα εμβληματικό του οίκου, το κόκκινο Gucci Rosso που είδαμε στην εμβληματική Ancora συλλογή του. Έγινε buzz με αρκετά πράγματα που έκανε, πράγμα όμως που δεν μεταφράστηκε σε πωλήσεις.
Η στρατηγική του επικεντρώθηκε στην έννοια του «ήσυχου πλούτου», γνωστού ως quiet luxury. Δηλαδή την εμμονή της μόδας με την απλότητα που όμως κοστίζει ένα τσικ παραπάνω. Ο Sarno προσπάθησε με έναν τρόπο να ενσωματώσει αυτή την αίσθηση της κλασικής πολυτέλειας και της διακριτικής κομψότητας, που τόσο τάση είναι πια. Και έβγαζε μια χαρά ωραιότατες συλλογές, αν με ρωτάτε. Που όμως, δεν ήταν καθόλου Gucci. Γιατί δεν μπορείς να αφαιρέσεις από αυτόν τον οίκο τον μαξιμαλισμό. Δεν γίνεται. Όσο κι αν αυτή είναι η τάση στη μόδα. Άλλωστε, κανέναν οίκο δεν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίζουν τάσεις και προσωπικά γούστα των εκάστοτε δημιουργικών σχεδιαστών. Επομένως, παρά τις προσπάθειες του De Sarno, οι πωλήσεις του Gucci παρουσίασαν πτώση περίπου 23% το 2024, γεγονός που οδήγησε σε αναθεώρηση της στρατηγικής του οίκου.
Demna Gvasalia (2025 –σήμερα)
Κι εκεί ήρθε ο Demna Gvasalia. Ο πανέξυπνος Γεωργιανός σχεδιαστής άφησε την αυτοκρατορία που έχτισε στον Balenciaga πριν και ανέλαβε τη θέση του δημιουργικού διευθυντή τον Σεπτέμβριο του 2025, δίνοντας μια νέα κατεύθυνση για τον Gucci. Η πρώτη του συλλογή, με τίτλο La Famiglia, ήταν ένα κινηματογραφικό σύμπλεγμα που συνδύαζε μόδα και αφήγηση. Δεν έκανε επίδειξη, αλλά παρουσίασε σε μορφή lookbook τη συλλογή του και μαζί με την ταινία The Tiger που προαναφέραμε μας είπε πολύ συνωμοτικά ότι θα συντηρήσει την αίγλη του οίκου με πληθωρικές γούνες και φορέματα κεντημένα με λάμψεις, μέχρι διαφάνειες και αυστηρά δερμάτινα σύνολα.

Ο Gvasalia σαν πρώτο δείγμα δουλειάς στον ιταλικό οίκο δημιούργησε Gucci περσόνες, παρουσιάζοντάς μας έτσι τη νέα του συλλογή για Φθινόπωρο/Χειμώνα 2025.
Η στρατηγική του Gvasalia επικεντρώνεται στην αξιοποίηση του πλούσιου αρχείου του Gucci, επαναφέροντας εμβληματικά σχέδια με μια σύγχρονη προσέγγιση. Η πρώτη του επίδειξη μόδας αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο του 2026 κι εκεί θα δούμε πραγματικά το μέλλον του ιταλικού οίκου. Περιμένουμε με κομμένη την ανάσα.
Το θέμα αρχικά φιλοξενήθηκε στο InStyle Greece τεύχος 134 Νοέμβριος 2025.