Ας το παραδεχθούμε. Για πολλούς από εμάς η προετοιμασία του πρωινού καφέ είναι μια ιερή ιεροτελεστία. Όταν όμως έρχεται η ώρα να επιλέξουμε κόκκους, βρισκόμαστε συχνά μπροστά στο δίλημμα: Ελαφρύ ψήσιμο ή σκούρο ψήσιμο; Οι περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν με βάση τη γεύση, όμως, όπως αποκαλύπτει μια αναλυτική επιστημονική ανασκόπηση από μεγάλα διεθνή δίκτυα υγείας, η διαδικασία του καβουρδίσματος αλλάζει ριζικά τα χημικά χαρακτηριστικά, την ποσότητα της καφεΐνης, αλλά και τα θρεπτικά συστατικά που φτάνουν τελικά στο φλιτζάνι μας.
Η διαδρομή του καβουρδίσματος
Το ταξίδι ξεκινά από τους πράσινους, ανεπεξέργαστους κόκκους καφέ, οι οποίοι δεν έχουν σχεδόν καθόλου το γνώριμο άρωμα που αγαπάτε. Κατά τη διάρκεια του ψησίματος, οι κόκκοι εκτίθενται σε υψηλές θερμοκρασίες, χάνουν την υγρασία τους, διογκώνονται και αλλάζουν χρώμα. Η βασική διαφορά κρύβεται στον χρόνο: ο ελαφριά ψημένος καφές καβουρδίζεται για λιγότερη ώρα και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες (περίπου 180°C – 205°C), σταματώντας αμέσως μετά το λεγόμενο «πρώτο σκάσιμο» του κόκκου. Αντίθετα, ο σκούρος παραμένει στη μηχανή μέχρι να αγγίξει τους 225°C – 245°C, βγάζοντας στην επιφάνειά του τα φυσικά έλαια του καφέ, που του δίνουν μια γυαλιστερή, σχεδόν μαύρη όψη.

Οι διαφορές τους στην περιεκτικότητα καφεΐνης
Αν ανήκετε σε εκείνους που πιστεύουν ότι ένας βαρύς, πικρός και σκούρος καφές σας προσφέρει αυτόματα και περισσότερη ενέργεια, οι ειδικοί της υγείας έρχονται να καταρρίψουν έναν μεγάλο μύθο. Η καφεΐνη παραμένει σχεδόν σταθερή κατά το καβούρδισμα. Ωστόσο, επειδή οι σκούροι κόκκοι χάνουν περισσότερο νερό, γίνονται πιο ελαφριοί και διογκώνονται. Αυτό σημαίνει ότι αν μετράτε τον καφέ σας με κουταλιές (δηλαδή με τον όγκο), ο ελαφρύς καφές έχει ελαφρώς περισσότερη καφεΐνη επειδή οι κόκκοι του είναι πιο πυκνοί. Αν αντίθετα ζυγίζετε τον καφέ σας σε γραμμάρια (δηλαδή με το βάρος), ο σκούρος καφές θα σας δώσει μια ελαφρώς πιο ενισχυμένη δόση καφεΐνης, καθώς χρειάζονται περισσότεροι κόκκοι για να συμπληρωθεί το βάρος.

Οι διαφορές τους στο γευστικό προφίλ
Σε αυτή τη σύγκριση οι διαφορές είναι χαοτικές. Ο ελαφρύς καφές διατηρεί τα αυθεντικά χαρακτηριστικά της ποικιλίας και του εδάφους όπου καλλιεργήθηκε, έχοντας μια πιο λεπτή, φρουτώδη και συχνά όξινη γεύση. Ο σκούρος καφές, από την άλλη, χάνει τα πρωτογενή του αρώματα και αποκτά τη γεύση της ίδιας της διαδικασίας του ψησίματος, προσφέροντας ένα έντονο, γεμάτο σώμα με νότες καραμέλας, σοκολάτας ή ακόμα και καπνού.
Οι διαφορές τους στο θέμα της υγείας
Στο θέμα της υγείας και ευεξίας, η μάχη κρίνεται στις λεπτομέρειες. Ο καφές είναι μια από τις πλουσιότερες πηγές αντιοξειδωτικών στη σύγχρονη διατροφή. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο ελαφρύς καφές υπερέχει σημαντικά σε χλωρογενικό οξύ, ένα πανίσχυρο αντιοξειδωτικό που προστατεύει τα κύτταρα από τις φλεγμονές, καθώς η παρατεταμένη θερμότητα του σκούρου ψησίματος καταστρέφει ένα μέρος του. Ωστόσο, ο σκούρος καφές έχει ένα άλλο, κρυφό πλεονέκτημα που ενδιαφέρει όσους από εσάς έχετε ευαίσθητο στομάχι. Κατά τη διάρκεια του έντονου καβουρδίσματος παράγεται μια χημική ένωση (το Ν-μεθυλπυριδίνιο), η οποία μειώνει την έκκριση γαστρικών οξέων, κάνοντας τον σκούρο καφέ πολύ πιο φιλικό και εύπεπτο για το πεπτικό σύστημα.

Ποιος καφές είναι τελικά ο ιδανικός για τις ανάγκες και την υγεία μας;
Το συμπέρασμα των επιστημόνων είναι ότι δεν υπάρχει σωστή και λάθος επιλογή. Αν αναζητάτε έναν καφέ με έντονα αντιοξειδωτικά, χαμηλή πικρίδα και πλούσιες γευστικές νότες, το ελαφρύ ψήσιμο είναι ο σύμμαχός σας. Αν αντίθετα προτιμάτε μια κλασική, γεμάτη γεύση και θέλετε να προστατεύσετε το στομάχι σας από τις καούρες, το σκούρο ψήσιμο είναι η ιδανική επιλογή για το επόμενο φλιτζάνι σας.
Δείτε ακόμη:
Η «χρυσή» δόση καφεΐνης: Πώς ο καφές μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο