Το Φεστιβάλ Lumière τιμά τον ελληνικό κινηματογράφο με ένα αφιέρωμα σε επτά κλασικές ταινίες, ενώ η Ελλάδα είναι η τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Αγορά Κλασικού Κινηματογράφου. Ξεχωρίζει το «Πικρό ψωμί» του Γρηγόρη Γρηγορίου, που διακρίθηκε για την αποκατάστασή του.

Ο «Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου, η «Εύα» της Μαρίας Πλύτα, το «Ποτέ την Κυριακή» του Jules Dassin και ο «Αλέξης Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη είναι μερικές από τις ελληνικές ταινίες που επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη στη Λυών, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Lumière, που πραγματοποιείται από τις 10 έως τις 18 Οκτωβρίου.

Το αφιέρωμα με τίτλο «Η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου» παρουσιάζει επτά ταινίες που γυρίστηκαν από το 1951 έως το 1966, φωτίζοντας μια περίοδο κατά την οποία οι Έλληνες δημιουργοί διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή κινηματογραφική γλώσσα, με κοινωνικές ιστορίες, έντονους χαρακτήρες και βλέμμα στραμμένο στις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει τον τίτλο της τιμώμενης χώρας για το 2026 στη Διεθνή Αγορά Κλασικού Κινηματογράφου, με τη συνεργασία του ΕΚΚΟΜΕΔ.

Οι επτά ελληνικές ταινίες του αφιερώματος
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει το «Πικρό ψωμί» του Γρηγόρη Γρηγορίου (1951), την «Εύα» της Μαρίας Πλύτα (1953), τον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου (1956), το «Ποτέ την Κυριακή» του Jules Dassin (1960), τον «Αλέξη Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη (1964), το «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη (1966) και το «Μέχρι το πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού (1966).
Οι ταινίες προσεγγίζουν διαφορετικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας. Στο «Πικρό ψωμί», μια οικογένεια παλεύει με τη φτώχεια και τις περιορισμένες προοπτικές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Στον «Δράκο», ένας συνηθισμένος άνθρωπος μπλέκεται στον υπόκοσμο της Αθήνας, σε μια ταινία που συνδυάζει το κοινωνικό σχόλιο με στοιχεία φιλμ νουάρ. Η «Εύα» της Μαρίας Πλύτα, μιας από τις πρώτες Ελληνίδες σκηνοθέτριες μεγάλου μήκους ταινιών, ξεχωρίζει για τη σύνθετη γυναικεία πρωταγωνίστριά της.
Στο διεθνώς αναγνωρισμένο «Ποτέ την Κυριακή», η Μελίνα Μερκούρη ενσαρκώνει την Ιλια, ενώ ο «Αλέξης Ζορμπάς» με τον Anthony Quinn έφερε την Κρήτη και τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό.

Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη σχολιάζει την αστική κοινωνία λίγο πριν από τη δικτατορία, ενώ το «Μέχρι το πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού ακολουθεί έναν αγρότη που εγκαταλείπει το χωριό του με την ελπίδα να μεταναστεύσει στην Αυστραλία.

Η διάκριση για το «Πικρό ψωμί»
Ιδιαίτερη θέση στο αφιέρωμα έχει το «Πικρό ψωμί», το οποίο θα προβληθεί με τη διάκριση Lumière Classics, που αφορά κλασικές ταινίες οι οποίες έχουν αποκατασταθεί. Η ταινία και το «Πρόσωπο με πρόσωπο» αποκαταστάθηκαν από το Εργαστήριο Ψηφιακής Αποκατάστασης και Συντήρησης Ελληνικών Ταινιών της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Για το «Πικρό ψωμί» αξιοποιήθηκε χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Την προβολή της ταινίας θα παρουσιάσει η Μαρία Κομνηνού, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος και καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ. Τις υπόλοιπες ελληνικές ταινίες του αφιερώματος θα παρουσιάσει ο σκηνοθέτης Πάνος Κούτρας.
Η ελληνική κινηματογραφική κληρονομιά στο επίκεντρο
Η ελληνική παρουσία στη Λυών δεν περιορίζεται στις προβολές. Στο πλαίσιο της Διεθνούς Αγοράς Κλασικού Κινηματογράφου, που πραγματοποιείται από τις 13 έως τις 16 Οκτωβρίου, διοργανώνεται την Τρίτη 13 Οκτωβρίου συζήτηση με θέμα την αποκατάσταση και το μέλλον της ελληνικής κινηματογραφικής κληρονομιάς.
Στη στρογγυλή τράπεζα με τίτλο «Ξαναζωντανεύοντας την ελληνική κινηματογραφική κληρονομιά – Μοντέλα του αύριο» θα συμμετάσχουν η Ειρήνη Ανδριοπούλου, επικεφαλής Κινηματογραφικής Εκπαίδευσης και Κληρονομιάς του ΕΚΚΟΜΕΔ, και η Μαρία Κομνηνού. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Aimé Besson, ακόλουθος οπτικοακουστικών μέσων στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος.

Την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, η Ηλέκτρα Βενάκη, υπεύθυνη του εργαστηρίου αποκατάστασης της Ταινιοθήκης, θα παρουσιάσει σεμινάριο για τη διαδικασία αποκατάστασης του «Πικρού ψωμιού» στο πρόγραμμα Re>Birth της Αγοράς.
Η παρουσία της Ελλάδας στο Φεστιβάλ Lumière αναδεικνύει όχι μόνο ταινίες που σημάδεψαν την ιστορία του εγχώριου σινεμά, αλλά και τη δουλειά που γίνεται σήμερα για να διατηρηθούν και να προβληθούν ξανά σε νέες γενιές θεατών.