Πράγματα που συμβαίνουν σε όλες μας, στο τρένο, στο Μετρό, στο λεωφορείο, αλλά δεν τα λέμε ποτέ

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα posts στα social media αυτές τις μέρες, είναι εκείνο της δικής μας, Χριστίνας Γαλανοπούλου για όσα βλέπουμε καθημερινά στο πιο ασφαλές για πολλούς Μέσο συγκοινωνίας, τον Ηλεκτρικό και συνήθως τα αντιμετωπίζουμε βουβά, κουνώντας το κεφάλι και ξεχνώντας τα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μετά.

Τι κάνεις όταν δίπλα σου ένας ανήλικος περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο κάνει bullying σε μια συμμαθήτριά του, διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού; Πώς αντιδράς, όταν μετά από συναυλία το τρένο γεμίζει με τσούρμο από εφήβους σε πραγματικά εκτροχιασμένη κατάσταση και οι ενήλικες στο βαγόνι τρέμουν να αντιδράσουν;

Αυτοί είμαστε; Αυτοί γίναμε;

Με ψυχραιμία, χωρίς καμία διάθεση κριτικής, αλλά όχι άνευρα, η Διευθύντρια Σύνταξης του Peoplegreece.com μετέφερε δύο περιστατικά από τις διαδρομές της με τον Ηλεκτρικό, περιστατικά που όλοι λίγο – πολύ έχουμε ζήσει, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς έχει αλλάξει με τα παιδιά (μας) σήμερα.

Ψάχνοντας ακόμη την απάντηση, αναδημοσιεύουμε το κείμενο από το Facebook της Χρστίνας Γαλανοπούλου που δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Μας αφορά όλους:

«Πάω λίγο πίσω. Είναι οι ημέρες που η δολοφονία της Σούζαν Ίτον μας έχει παγώσει τον εγκέφαλο).

Φεύγω από τη δουλειά με ψυχολογία ανάλαφρης θείας. Στην Κηφισιά παίρνω κάτι να φάω στο χέρι και μπαίνω χαλαρή με το βιβλίο μου στο πρώτο βαγόνι. Ο συρμός αργεί ακόμη να ξεκινήσει, η κίνηση σπασμένη, απέναντι μου κάθεται μια κοπέλα. Όλα καλά. Όλα ήσυχα.

Λίγα λεπτά μετά μπαίνουν 4 νεαροί, ο ένας θηριώδης. Κάθεται δίπλα μου, δεν έχει καμία συναίσθηση του βάρους του, χειρονομεί, βαράει και σπρώχνει τους φίλους του (για πλάκα), γκαρίζουν, μιλάνε –με ψιλοάναρθρες- για κορίτσια.

Έχουμε ξεκινήσει. Κάποια στιγμή αναφέρεται στο «λεσβιάκι». Και ξανά μανά στο «λεσβιάκι». Που το έχει σε βίντεο και το κρατάει. Που θα της δείξει, αν του ξαναμιλήσει έτσι. Που την άλλη φορά τη στρίμωξε πίσω από το προαύλιο του σχολείου, αλλά κάτι τον έκοψε και του ξεγλίστρησε.

Η απέναντι μου με κοιτάει με φρίκη. Αν ακούω, αν καταλαβαίνω τι παίζεται δίπλα μου. Φυσικά και καταλαβαίνω. Όση ώρα μιλάει, με την άκρη του ματιού του, ψάχνει να δει τι εντύπωση μας κάνουν οι φρίκες που φτύνει. Έχει ανοίξει τα πόδια του τέρμα –το γνωστό manspreading σε όλο του το μεγαλείο. Έχω στριμωχτεί άκρη άκρη στη θέση μου, σχεδόν έχω κολλήσει στο τζάμι. Όσο κάνω πιο ‘κει, τόσο απλώνεται.

10 χρόνια πριν, με πλήρη άγνοια κινδύνου θα είχα τσακωθεί, θα είχα βάλει χέρι, θα είχα κάνει σαματά. 10 χρόνια μετά, κάθομαι κι ακούω αυτό το τέρας δίπλα μου και με ντροπή συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι. Το πρόσωπο μου χωράει στην παλάμη του.

Μπαίνουν κι άλλοι στο βαγόνι, αλλά ο διπλανός μου δεν χαμηλώνει τη φωνή. Ίσα – ίσα. Περιγράφει φωναχτά (μαγκιά ) με χυδαία λεπτομέρεια τις σωματικές αναλογίες διαφόρων συμμαθητριών του, αλλά το «λεσβιάκι» λέει, το θέλει για να το ισιώσει, να της κάνει ένα καλό στη ζωή της… Τα λέει όλα αυτά και χαϊδεύεται μπροστά μας. Ποιος θα τολμήσει να του μιλήσει;

Σκέφτομαι το κορίτσι που βασανίζει αυτό το δαμάλι κι αρρωσταίνω. Δεν του αρέσουν λέει τα «πουτανιά» και οι «νταρντάνες». Του αρέσουν οι μικροκαμωμένες, αυτές που φοράνε γυαλάκια και μυρίζουν ωραία. Αλλά τις λεσβίες τις έχει άχτι.

«Ρε μαλάκες, τι μυρίζει έτσι; Τέτοιες θέλω να γαμάω που μυρίζουν έτσι». Αυτό είναι. Κοιτάζω την απέναντι και χωρίς κουβέντα σηκωνόμαστε όρθιες για να κατέβουμε στην επόμενη στάση. Δεν κλείνει τα πόδια του. Δεν μπορούμε να περάσουμε. Πρέπει να το ζητήσουμε.

«Κάνεις πιο ‘κει, σε παρακαλώ;». Σιχαίνομαι ότι με κοιτάει στα μάτια και το σκέφτεται. Σιχαίνομαι ότι πρέπει να τον κοιτάξω για να καταλάβει ότι δεν αστειεύομαι. Σιχαίνομαι ότι τον φοβήθηκα.

Στη Νέα Ιωνία, περιμένοντας το επόμενο τρένο, κοιτάμε η μία την άλλη. Μαύρο φόρεμα εκείνη, πράσινο εγώ, γυαλιά κι οι δύο, τσάντες που χωράνε τα πάντα. Τίποτα το επιλήψιμο (κοίτα πού φτάσαμε, να κάνουμε αυτό που το σύστημα μας επέβαλε: να κοιτάμε αν φοράμε κάτι προκλητικό).

Χαιρετιόμαστε με τα μάτια, μπαίνουμε στο βαγόνι, δεν ξέρω για εκείνη, εγώ ντρέπομαι και θυμώνω που φοβήθηκα για το τίποτα ( ; ) σε καιρό ειρήνης. Που αναγκάστηκα να κατέβω από το τρένο για ένα τέτοιο κρέας.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, Ημέρα Θετικής Ενέργειας. Φτάνω Μαρούσι μπαίνω στο τρένο και με το που εισέρχεται ο συρμός στη στάση «Ειρήνη», όσοι είμαστε στο βαγόνι ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Συνθήματα, ιαχές, μια κυρία ρωτάει αν έχει κανά ντέρμπι. Ανοίγουν οι πόρτες και στα βαγόνια μπαίνουν τσουρμαδιές από πιτσιρίκια. Γίνεται χαμός, πέφτουν μπούφλες, κρέμονται σαν τα τσαμπιά από κάγκελα και χειρολαβές, βρίζονται, βρίζουν κόσμο μέσα στο τρένο, φτύνουν (!), γίνεται της τρελής, κλωτσάνε καθίσματα και πόρτες.

Σεκιουριτάς δεν πλησιάζει ούτε γι’ αστείο, οι ενήλικες στο βαγόνι παρακολουθούμε ανήμποροι. Καμία ανακοίνωση από τα ηχεία. Απέναντι μου κάθεται ένα ζευγάρι 15χρονων. Εκείνη φοράει ένα σορτς κιλοτάκι, εκείνος τη χουφτώνει, χύμα, χωρίς καμία συναίσθηση του χώρου, εκείνη στον κόσμο της, σπάει ένα μπιμπίκι στο πόδι της. Δίπλα μου κάθεται ένα μικρό που μάλλον έχει καπνίσει ό,τι φυτεύεται. Χειρονομεί ανεξέλεγκτα, βρίζει, φωνάζει, τραγουδάει.

Από ένστικτο έχω βγάλει τα γυαλιά. Στην επόμενη στάση, κάποιοι, μάλλον από αντίπαλο σχολείο τους περιμένουν στον σταθμό. Εκ νέου κλωτσοπατινάδα. Ο διπλανός μου θεωρεί σωστό να αρχίσει να γρονθοκοπάει το τζάμι. Η γροθιά του περνά ξυστά από τα μάτια μου.

Η πιτσιρίκα απέναντι μου δυσφορεί. «Θέλω παγωτό», γκρινιάζει και ο φίλος του φίλου της απαντά: «Κερνάς;», «Δεν έχω λεφτά», του λέει με νάζι.

«Θα πάρεις κανά δυο πίπες να μας κεράσεις όλους;». Γελάνε όλοι μαζί. Κανένα κακό πουθενά…
Μέχρι την Ομόνοια το τρένο έχει αδειάσει. Όλα καλά. Όλα καλά;

Ε, ναι δεν έγινε και τίποτα. Παιδιά είναι, σωστά; Σωστά. Θα παίξουν, θα φτύσουν, θα λερωθούν. Θα «ισιώσουν» ό,τι δεν τους φαίνεται ίσιο. Και ναι, για να προλάβω τους «υπερασπιστές», μπορεί και να έπεσα στην περίπτωση. Δις. Αλλά όλο και περισσότερο συναντάω τέτοια παιδιά. Άναρθρα, εξοργισμένα, στα κάγκελα κυριολεκτικά.

Και σκέφτηκα πολύ αν άξιζε να το κάνω εικόνα όλο αυτό, γιατί πριν από λίγους μήνες ένα χειριστικό βόδι μου είχε πει ότι αν δεν έχεις αποδείξεις για κάτι, μη μιλάς. Όχι δεν έχω αποδείξεις, λοιπόν.

Δεν άνοιξα κάμερα στο κινητό, ας πούμε, σε κανένα από τα δύο περιστατικά. Μαντέψτε γιατί: ναι, φοβήθηκα. Και το δαμάλι με το «λεσβιάκι» το βλέπω κάθε τρεις και μία στο τρένο, στην ίδια αποκτηνωμένη κατάσταση. Τι κάνουμε, λοιπόν, μ’ αυτά; Μιλάμε; Δεν μιλάμε; Το βουλώνουμε; Κουνάμε το κεφάλι μας με αποδοκιμασία σαν παλιόγεροι; Πείτε, ακούω.»