Elise Jalladeau: Movie enthusiast

Τα τελευταία χρόνια είναι η διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Δυναμική και αεικίνητη, αποτελεί σημαντικό κομμάτι ενός πολιτιστικού θεσμού που συνεχώς εξελίσσεται και πρωτοπορεί. Η Elise Jalladeau, με προϋπηρεσία στην παραγωγή ταινιών, στην Πρεσβεία της Γαλλίας και στο Γαλλικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, to name a few, μπορεί να μην… τόλμησε να ξαναδεί την ταινία που την επηρέασε περισσότερο, άφησε ωστόσο το σινεμά να έχει σημαντική θέση στη ζωή της.

Το 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται φέτος, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών, από τις 24 Ιουνίου έως τις 4 Ιουλίου. Ποιες είναι οι επιπλέον προκλήσεις μιας καλοκαιρινής εκδήλωσης;

Θέλουμε το Φεστιβάλ να συνεχίσει να είναι η γιορτή τόσο του ντοκιμαντέρ όσο και του κοινού, μια γιορτή με πραγματικές προβολές αλλά και μια γιορτή ανοιχτή σε όλους, περιλαμβανομένων όσων δεν μπορούν να έρθουν στους κινηματογράφους. Γι’ αυτόν τον λόγο το Φεστιβάλ θα είναι υβριδικό και θα έχει τόσο ψηφιακές όσο και φυσικές προβολές. Οι προκλήσεις είναι πολλές, αλλά αξίζουν τον κόπο γιατί θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί από κοντά, στο πρώτο φεστιβάλ της χρονιάς που θα πραγματοποιηθεί στις αίθουσες.

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιεί δράσεις όλο τον χρόνο, με συνεχείς προβολές ταινιών, παιδικού κινηματογράφου, εκπαιδευτικών προγραμμάτων… Πώς θα θέλατε να εξελιχθεί αυτός ο σημαντικός θεσμός;

Το Φεστιβάλ είναι ένας πολύπλευρος, δυναμικός οργανισμός και η κρίση της πανδημίας αποκάλυψε την προσαρμοστικότητα και την ανθεκτικότητά του. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας επιδείξαμε πρωτοπορία σε όλα τα επίπεδα. Αναθέσαμε έργα σε συγγραφείς και σκηνοθέτες, διεξαγάγαμε διαγωνισμούς, δημιουργήσαμε δύο διαφορετικές εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα, είμαστε ένα από τα πρώτα φεστιβάλ στον κόσμο που προσφέρουν ένα πρόγραμμα podcast, ψηφιοποιήσαμε πλήρως τις δράσεις της αγοράς και τις κινηματογραφικές μας προβολές (για τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ, για τις προβολές για παιδιά και νέους Kids Love Cinema, για την Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης και για τα κινηματογραφικά εκπαιδευτικά μας προγράμματα).

Το φθινόπωρο ετοιμαζόμαστε να παρουσιάσουμε μια εκπαιδευτική πλατφόρμα ντοκιμαντέρ, στην οποία δουλεύουμε εδώ και έναν χρόνο με τα φεστιβάλ Docs Barcelona και Dok.fest Munich. Αυτή την περίοδο εργαζόμαστε με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου για ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο: μια ψηφιακή πλατφόρμα αφιερωμένη αποκλειστικά στον ελληνικό κινηματογράφο, που στόχο έχει να είναι τόσο μια βάση πληροφόρησης για το κοινό όσο και για τους ερευνητές και τους επαγγελματίες του χώρου του κινηματογράφου.

Το οικοσύστημά μας έχει αλλάξει και είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αντιληφθούμε πλήρως την έκταση αυτών των αλλαγών. Με αυτή την αφορμή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ξεκίνησε μια μεγάλη έρευνα για τα ευρωπαϊκά κινηματογραφικά φεστιβάλ, που στόχο έχει να μελετήσει τους δρόμους που ακολούθησαν στη διάρκεια της πανδημίας, να αξιολογήσει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν, τις καινοτομίες, τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας θα παρουσιαστούν τον Νοέμβριο.

Οι online προβολές θα συνεχιστούν;

Ναι, οι online προβολές θα συνεχιστούν. Αλλά είμαστε ένα φεστιβάλ, ο ρόλος μας είναι να υποστηρίξουμε τη βιομηχανία του κινηματογράφου και να χτίσουμε ένα κοινό. Είμαστε ένας θεσμός για την τοπική κοινότητα, για τους λάτρεις του σινεμά. Τίποτα δεν θα αντικαταστήσει τη χαρά του να βλέπεις μια ταινία στη σκοτεινή αίθουσα και να συζητάς γι’ αυτήν μπροστά στο «Ολύμπιον»! Οταν το Φεστιβάλ προτείνει προγράμματα ψηφιακών προβολών, τα εντάσσει πάντα στο πνεύμα της φεστιβαλικής εμπειρίας.

Θεωρείτε πως το σινεμά θα είναι διαφορετικό μετά την πανδημία;

Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η αγορά έχει παγώσει εδώ κι έναν χρόνο και ότι οι διανομείς ταινιών και οι αιθουσάρχες έχουν δεχθεί ισχυρό οικονομικό πλήγμα. Ελπίζω να αντιστραφεί η κατάσταση και η αναντικατάστατη κινηματογραφική εμπειρία να φέρει ξανά τους θεατές στην αίθουσα, ειδικά μετά την πανδημία, που θα έχουν ανάγκη να βρεθούν ξανά με τους δικούς τους ανθρώπους.

Ως Γαλλίδα ήταν εύκολο για εσάς και την οικογένειά σας να προσαρμοστείτε στην ελληνική πραγματικότητα;

Η ελληνική πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από τη γαλλική. Ανήκουμε στον ίδιο πολιτισμό άλλωστε. Η ελληνική κινηματογραφική οικογένεια με αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή και με βοήθησε να ενταχθώ εύκολα και να νιώσω την Ελλάδα πατρίδα μου.

Η βιομηχανία του κινηματογράφου γενικά θεωρείται ανδροκρατούμενη. Εχετε αντιμετωπίσει προβλήματα ως γυναίκα στην έως τώρα καριέρα σας;

Δεν θεωρώ ότι η βιομηχανία του κινηματογράφου είναι περισσότερο ανδροκρατούμενη από οποιονδήποτε άλλο τομέα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι είναι πολύ λίγες οι γυναίκες επικεφαλής σε πολλούς τομείς της εμπορικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα, οι γυναίκες σκηνοθέτιδες σπάνια λαμβάνουν προϋπολογισμούς τύπου Χόλιγουντ, είναι πιο πιθανό να κάνουν μικρές ανεξάρτητες
ταινίες. Γενικά, πιστεύω ότι ο κόσμος μας έχει σχεδιαστεί σε πολύ πατριαρχικά μοντέλα. Προσωπικά, ως γυναίκα και Γαλλίδα, είμαι πολύ υπερήφανη που διορίστηκα στο τιμόνι ενός κορυφαίου ελληνικού πολιτιστικού θεσμού. Αυτό αποδεικνύει ότι η Ελλάδα μπορεί να δίνει το καλό παράδειγμα και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Μπορούν οι ταινίες να βρουν τη λύση αυτού του ζητήματος;

Η οπτικοακουστική βιομηχανία κάνει τεράστιες προσπάθειες να βελτιώσει τη γυναικεία αντιπροσώπευση σε όλα τα επίπεδα, τόσο στον δημιουργικό τομέα όσο και στον τομέα της διοίκησης. Ακολουθεί πρωτόκολλα, ποσοστώσεις, κανονισμούς, εκπαιδεύει, δίνει οικονομικά κίνητρα κ.λπ. Είναι σχεδόν μια επανάσταση και τώρα αρχίζει να αποδίδει. Οι φωνές των γυναικών ακούγονται ολοένα περισσότερο.

Ποια ήταν η ταινία που σας έκανε να θέλετε να ακολουθήσετε μια καριέρα στον κινηματογράφο και με ποιον ηθοποιό ήσασταν… ερωτευμένη ως κορίτσι;

Πιστεύω ότι ο «Ελαφοκυνηγός» του Michael Cimino είχε τεράστια επίδραση πάνω μου. Το είδα όταν ήμουν 15-16 χρόνων στο σινεμά, στην πόλη όπου μεγάλωσα, και επέστρεψα για να το ξαναδώ την επομένη μέρα και μετά ξανά την επόμενη μέρα. Δεν το έχω ξαναδεί έκτοτε. Δεν θα τολμούσα. Ο ηθοποιός με τον οποίο ήμουν ερωτευμένη ήταν επίσης και ένας σπουδαίος μουσικός: πώς θα μπορούσε κανείς να μην ερωτευτεί τον David Bowie στο «Καλά Χριστούγεννα, Κύριε Λώρενς» του Oshima – ήμουν όμως επίσης ερωτευμένη με τον Ryuichi Sakamoto. Ημουν 14 και είχα τον δίσκο, το T-shirt και την αφίσα του στο δωμάτιό μου.

Κινηματογράφος και μόδα πάντα συνδέονται. Ποια είναι η σχέση σας μαζί της;

Η σχέση μου με τη μόδα είναι πολιτισμική, κάπως σαν το σινεμά. Μπορεί να μην έχω κάποιο κομμάτι μεγάλου σχεδιαστή, ξέρω όμως τη δουλειά τους απέξω κι ανακατωτά. Ας πούμε ότι η προσέγγισή μου είναι θεωρητική. Γνωρίζοντας τη μόδα και την ιστορία της, μπορώ να αναπτύξω το δικό μου στιλ, να απελευθερωθώ από τις εφήμερες τάσεις, να είμαι ο εαυτός μου!

Είχατε κάποια… lockdown ρουτίνα ομορφιάς;

Κατά τη διάρκεια του lockdown, για να κρατήσω το κέφι και τη φόρμα μου, σχεδίασα μια απλή και εύκολη ρουτίνα: ανεβοκατέβαινα τρέχοντας τους επτά ορόφους της πολυκατοικίας μου πολλές φορές την ημέρα υπό το ανήσυχο βλέμμα των γειτόνων μου. Η μέθοδος αυτή είναι πολύ αποτελεσματική και μπορεί να τη συνεχίσω.

Για τις online προβολές συντονιστείτε εδώ: https://www.filmfestival.gr/

Φωτογραφίες: Βασίλης Παππούς