Αφροδίτη Παναγιωτάκου: Η διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση σε μια συζήτηση για τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις στη χώρα μας

Την τελευταία δεκαετία η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, διευρύνει την πολιτιστική σκηνή και βαθαίνει τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις στη χώρα μας με διαρκή καινοτομία και διεθνή ορίζοντα. Επιδιώκει σταθερά τον διάλογο της τέχνης με όλα τα μεγάλα θέματα που μας αφορούν: τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία, την ισονομία, την παιδεία, την κλιματική αλλαγή.

Είναι η νέα γυναίκα που με τις ανησυχίες της και την αισθητική της σφραγίζει τη Στέγη με τις επιλογές της. Είναι σύζυγος, μητέρα, έχει άποψη, στιλ, ξέρει τι διεκδικεί και πώς να το επιβάλει. Στη συζήτηση που ακολουθεί, μιλάει για τη φιλοσοφία και τον διεθνή χαρακτήρα του Ιδρύματος Ωνάση και εξηγεί γιατί το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι η δύναμή της.

Μικρή τι ήθελες να γίνεις όταν θα μεγαλώσεις;

Ήθελα να γίνω διερμηνέας. Μου άρεσε τρομερά η ιδέα να είμαι παρούσα σε συζητήσεις προσώπων που επηρεάζουν σχέσεις κρατών και να έχω πρόσβαση σε διαπραγματεύσεις που γίνονται κομμάτι της ιστορίας. Μετά, ήθελα να κάνω σκηνοθεσία όπερας και στη συνέχεια να μπω στο διπλωματικό σώμα. Εν ολίγοις, να είμαι παρούσα στην καρδιά των γεγονότων δίχως να είμαι ορατή.

Τι σε οδήγησε τελικά στο Τμήμα Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Αισθητική της Όπερας στον Κινηματογράφο και στις Παραστατικές Τέχνες;

Η μανία μου με τις τέχνες και η επίγνωση ότι δεν ήθελα να είμαι καλλιτέχνις. Στην εξίσωση, βέβαια, υπάρχουν δύο γονείς που πιστεύουν στην παιδεία και στο πάθος ως κινητήριο δύναμη επαγγελματικής πορείας. Έτσι, έκανα επιλογές σπουδών που δεν έχαιραν κατανόησης ή κοινωνικού θαυμασμού, αλλά για μένα ήταν το όχημα μιας επαγγελματικής ζωής που μου αρέσει πραγματικά. Η πολιτική μου ευθύνη ήταν, πάντως, κάτι που με απασχολούσε πάντα. Και έτσι προσεγγίζω και το θέμα του πολιτισμού. Πώς, δηλαδή, μπορεί να συνομιλεί η τέχνη κι ο πολιτισμός με την πραγματικότητα και πώς συνηγορεί στο να αντιλαμβανόμαστε το μέσα μας και το γύρω μας. Και μετά πέρασα στο πιο πρακτικό κομμάτι, του management, και ασχολήθηκα κυρίως με το fundraising, γιατί είχα επίγνωση ότι για να μπορέσει ο καλλιτέχνης να κάνει την έμπνευσή του έργο κι εμείς να είμαστε εκεί να το απολαύσουμε, χρειάζονται χρήματα.

Εργάζεσαι από μικρή;

Δουλεύω –και είμαι ασφαλισμένη– από τον Οκτώβριο του 1992, 18 χρόνων και 5 μηνών. Η πρώτη μου δουλειά ήταν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου έκανα αυτό που λέμε «τα πάντα».

Τι εννοείς «τα πάντα»;

Ταξιθεσία, αντιγραφή παρτιτούρας –όχι για μεγάλο διάστημα– αλλά ήθελα με κάποιον τρόπο να αντιλαμβάνομαι πώς παράγεται η τέχνη. Πολύ χαμαλίκι, ευτυχώς. Η προσγείωση σε θέσεις εξουσίας με την τεχνική του αλεξιπτωτιστή δεν με αφορούσε ποτέ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ονειρευόμουν ποτέ να δουλέψω σε έναν πολιτιστικό οργανισμό ή σε μουσείο. Προτιμώ την ένταση και την αδρεναλίνη, την ευελιξία και την ταχύτητα στις αποφάσεις. Και μια σχέση με τον πολιτισμό που δεν βασίζεται στην παρουσίαση του παρελθόντος, όσο ζωντανό κι αν είναι αυτό, αλλά στη μαχητική σχέση με το τώρα. Το βέβαιο είναι ότι πάντα ήθελα να βρίσκομαι σε περιβάλλοντα όπου λειτουργούν καταλυτικά οι ανθρώπινες σχέσεις. Γι’ αυτό νιώθω ευτυχής που εργάζομαι στο Ίδρυμα Ωνάση. Γιατί λειτουργεί και ζει με τον πλέον αντι-ιδρυματικό τρόπο.

Του χρόνου η Στέγη συμπληρώνει δέκα χρόνια. Πόσο άλλαξε και πόσο άλλαξες κι εσύ μαζί της;

Η Στέγη άλλαξε όσο αλλάξαμε κι εμείς που την αποτελούμε. Γιατί η Στέγη είναι οι άνθρωποί της. Νομίζω ότι έχει μια ενδιαφέρουσα πορεία γιατί γίνεται όλο και πιο νέα. Κι αυτό είναι σημείο των καιρών, το ότι οι ηλικίες δεν ορίζονται ληξιαρχικά πλέον. Η Στέγη είναι τώρα σε μια καινούρια αρχή, είναι μία έμπειρη επαναστάτρια. Το innovation και το disruption είναι η δουλειά μας. Κατ’ αρχάς, άλλαξε πολύ το περιβάλλον. Για να είσαι σύγχρονος, πρέπει να συνομιλείς με τον χρόνο σου και να λειτουργείς βάσει της στιγμής και της κατάστασης. Τροφοδοτούμαστε, επηρεαζόμαστε και επηρεάζουμε. Η Αθήνα δεν είναι αυτή που ήταν, ο κόσμος δεν είναι αυτός που ήταν. Άρα, ούτε η Στέγη μπορεί να είναι αυτό που ήταν, ούτε εμείς οι ίδιοι.

Ποια είναι η φιλοσοφία του Ιδρύματος Ωνάση πίσω από τη Στέγη;

Η δουλειά μας είναι να εγείρουμε συζητήσεις για τα μεγάλα θέματα των καιρών μας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία, την ισονομία, τα μεγάλα ζητήματα όπως είναι η κλιματική κρίση. Τα οχήματά μας για να μιλήσουμε γι’ αυτά τα ζητήματα και να τα φωτίσουμε είναι ο πολιτισμός, η παιδεία και η υγεία, όχι ως τρία ασύνδετα πεδία, αλλά ως ένα με αυτά τα χαρακτηριστικά και με πολλαπλάσιες δυνατότητες. Στόχος μας είναι να προβάλλουμε την Ελλάδα στα καλύτερά της και να υποστηρίζουμε και τους αδύναμους και τους άριστους. Να λειτουργούμε σαν βατήρας για μια καλύτερη ζωή. Δεν επιβαρύνουμε τον Έλληνα φορολογούμενο κι αυτό μας δίνει την ελευθερία να παίρνουμε ρίσκα και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για αυτά. Δεν είμαστε ένα ουδέτερο ίδρυμα. Κυκλοφορούμε στην Αθήνα και τον κόσμο και εργαζόμαστε ώστε να λειτουργούμε ως συγκολλητική ουσία ανάμεσα σε ανθρώπους και ιδέες. Παίρνουμε θέση για ό,τι θεωρούμε σημαντικό. Κάνουμε το χρέος μας ως πολίτες και ως εκπρόσωποι ενός ισχυρού κοινωφελούς ιδρύματος με ιστορία, αλλά με το βλέμμα στο παρόν και το μέλλον.

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Γιάννενα. Ζεις στην Αθήνα. Ταξιδεύεις και έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Τι σημαίνει για σένα το ότι είσαι Ελληνίδα;

Τιμώ την καταγωγή μου. Ομολογώ ότι λειτουργώ ως πρόσωπο που ζει στην Αθήνα παρά ως Ελληνίδα γενικά. Αισθάνομαι Αθηναία πολίτης. Όταν κινούμαι στον κόσμο, δεν κινούμαι ως γυναίκα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, εθνικά, φυλετικά ή ό,τι άλλο. Το βιολογικό, το προσωπικό και το κοινωνικό μου DNA είναι, ευτυχώς, αρκετά μπασταρδεμένο. Χαίρομαι που δεν χρειάζεται να συστήσω τη χώρα μου, χαίρομαι να μιλήσω περήφανα για το παρόν της Ελλάδας, για τη δυναμική της πόλης μου, για τη δύναμη των ανθρώπων της. Όπου κι αν βρεθώ, γίνομαι ντόπια. Και πιστεύω ότι αυτό είναι και ελληνικό χαρακτηριστικό. Είμαστε μια χώρα διασποράς, είμαστε μια χώρα που αναγκάστηκε να έχει αυτή την προσαρμοστικότητα. Κι αυτό είναι στοιχείο ελευθερίας. Ειλικρινά, η παιδεία του ταξιδιού είναι μεγάλη υπόθεση. Αρκεί να θέλεις να δεις και να καταλάβεις. Ωστόσο, όπως λέει αγαπημένη μου φίλη, το ωραιότερο ταξίδι είναι της επιστροφής.

Την αγαπάς όμως την Αθήνα, τις γειτονιές της, την πολυπολιτισμικότητά της.

Κοίταξε, η Αθήνα δεν είναι πόλη για γλυκές αγάπες, αλλά πόλη για δυνατούς έρωτες. Δεν την αγαπάω πάντα, δεν την αγαπούσα πάντα. Επίσης, δεν έχω καθόλου το σύνδρομο της νοσταλγίας του τι ήταν και πώς ήταν η Αθήνα. Τη θεωρώ τόσο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που έχω μαζί της σχέση έρωτος. Με την έννοια του ότι την πολεμάω, παλεύω μαζί της, τη διεκδικώ συνέχεια, με διεκδικεί κι εκείνη. Κανείς μας δεν παραιτείται. Λατρευόμαστε και δουλεύουμε για τη σχέση μας.

Η παρουσία του Ιδρύματος Ωνάση στην Αμερική έχει ενδυναμωθεί τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, χτίζετε γέφυρες με τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Ποια είναι η στρατηγική πίσω από τον διεθνή χαρακτήρα του Ιδρύματος;

Τα πράγματα είναι πιο ιδιοσυγκρασιακά απ’ ό,τι φαντάζεται κανείς. Είμαστε γόνος ενός ιδρυτή που είχε ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: του ανθρώπου που δίχως φόβο, αλλά με περιέργεια για τα πράγματα, έζησε αληθινά. Ο μεγάλος Έλληνας Αριστοτέλης Ωνάσης δεν είχε ελληνικό διαβατήριο, αλλά ήταν ένας μεγάλος Έλληνας. Στην πραγματικότητα, το γονίδιο του Ιδρύματος είναι αυτό του Αριστοτέλη Ωνάση. Μιλάμε για έναν άντρα που είχε μια εξαιρετικά έντονη προσωπικότητα, που είχε πάθη, έκανε λάθη, του άρεσε να εκτίθεται, δεν φοβόταν να δείξει τη θλίψη του ή τους μεγάλους έρωτές του, που συνδέθηκε με γυναίκες που δεν ήταν τρόπαια επειδή ήταν δίμετρες και είχαν τις σωστές αναλογίες, αλλά με το εκτόπισμα της Μαρίας Κάλλας και της Jackie. Ήταν φοβερά ευφυής και, πάνω απ’ όλα, ήταν ο εαυτός του. Εμείς θέλουμε να είμαστε ο εαυτός μας με την ιδιορρυθμία που είχε και ο ιδρυτής μας. Ο κόσμος άλλωστε είναι ταυτόχρονα μεγάλος και μικρός. Άρα, εκεί που πιστεύουμε ότι υπάρχει συνάφεια, ότι έχει νόημα να λειτουργούμε ως συνδετικός κρίκος, το κάνουμε δίνοντας το «παρών» είτε οικονομικά είτε μέσα από το ανθρώπινο κεφάλαιό μας, που είναι η ουσιαστικότερη δύναμή μας. Είμαστε παρόντες στη γειτονιά μας, που είναι τα Βαλκά – νια και η Μέση Ανατολή. Η Βηρυτός, το Κάιρο αλλά και το Ζάγκρεμπ είναι για εμάς πόλεις συγγενείς και τόποι όπου μέσα από συνεργασίες μπορούμε και κάνουμε τη διαφορά. Αλλά και στην Αμερική, πέρα από τη γνωστή μας παρουσία στη Νέα Υόρκη, η οποία έχει εξελιχθεί σε κάτι αναπάντεχα ανατρεπτικό, βρισκόμαστε και στο Λος Άντζελες, με ένα κέντρο διαλόγου, όπου συγκεντρώνονται τα ανήσυχα μυαλά του καιρού μας.

Είσαι μητέρα, σύζυγος, εργαζόμενη. Πώς συνδυάζονται οι ρόλοι;

Δεν συνδυάζονται γιατί είναι ένα. Την εργασία μου την παίρνω πολύ προσωπικά. Και μετά διαμορφώνω ρουτίνες. Δεν ξέρω να μαγειρεύω, αλλά θέλω να θυμούνται τα παιδιά μου μεγαλώνοντας το πρωινό μας ξύπνημα, την ιστορία πριν κοιμηθούν, τις αναλύσεις καθισμένες στην άκρη της μπανιέρας. Υπάρχουν φορές που δυσκολεύομαι. Ή που κουράζομαι. Αλλά ξέρω ότι ανήκω στους τυχερούς. Μου αρέσει που οι κόρες μου αντιλαμβάνονται ότι είναι τρόπος αυτοπραγμάτωσης η δουλειά. Τους λέω «Ξέρετε κάτι; Μου αρέσει να δουλεύω. Δεν δουλεύω μόνο για να μπορούμε να φάμε ή να έχουμε τα παιχνίδια μας και τα ρούχα μας. Και ελπίζω κι εσείς να κάνετε μια δουλειά που θα σας αρέσει». Και να μπορούσα να σταματήσω δεν θα το έκανα. Γιατί είναι ο τρόπος να μαθαίνω, να συνδέομαι με τους ανθρώπους, να λειτουργεί το μυαλό μου, να έχω αδρεναλίνη, να ζω. Πολλαπλασιάζω τις ζωές μου μέσα από την εργασία. Η απόλαυση είναι τεράστιο κίνητρο. Αντλώ απόλαυση μέσα απ’ τη δουλειά, αντλώ απόλαυση από τα παιδιά μου, αντλώ απόλαυση από το ότι έχω έναν σύντροφο που αγαπώ.

Ποιες βασικές αξίες θέλεις να περάσεις στις κόρες σου;

Να μη φοβούνται, να νοιάζονται, να μην εφησυχάζουν, να ξέρουν να χαίρονται, να αγαπάνε και να αγαπιούνται – δυνατά όλα αυτά.

Τι ρόλο παίζει η αισθητική στη ζωή σου;

Παίζει, αλλά όχι με την έννοια του καλού γούστου. Η αισθητική είναι η ηθική μας.

Μπορείς να λειτουργήσεις σε έναν χώρο που δεν σου αρέσει ή αποδιοργανώνεσαι;

Μπορώ να είμαι πολύ καλά σ’ έναν χώρο που δεν υπάρχει τίποτα που να μου αρέσει. Όπου με ρίξεις, θα περάσω ωραία. Δεν με νοιάζει δηλαδή αν είναι ωραίο το εστιατόριο, με νοιάζει να μην καμώνεται ότι είναι καλόγουστο. Δεν μπορώ τα πράγματα που καμώνονται κάτι. Η αισθητική ως ηθική με ενδιαφέρει, η ευγένεια με ενδιαφέρει πολύ. Η αλήθεια, με την έννοια της αλήθειας, όχι της ειλικρίνειας, με ενδιαφέρει πολύ. Η σύνδεση των ανθρώπων είναι κι αυτό θέμα αισθητικής. Το να σ’ αγγίξει ο άλλος ωραία, να σου μιλήσει ωραία, να σε κοιτάξει ωραία. Λέει πολλά ένας χώρος για έναν άνθρωπο, ναι. Πιο πολύ, όμως, μ’ ενδιαφέρει να είμαι σ’ ένα σπίτι που έχει την προσωπικότητα της οικοδέσποινας.

Τι σε θυμώνει;

Η αδικία.

Με τη μόδα πώς είναι η σχέση σου;

Μου αρέσει. Αλλά πιστεύω στο στιλ, όχι στη μόδα. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που σέβονται τόσο τη μόδα ώστε να μην την παίρνουν σοβαρά. Η γοητευτική κίνηση ενός σώματος, η ωραία φωνή, η ευφυΐα, η ωραία τρέλα, το ανοιχτό μυαλό, αυτό μετράει. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι με αυτή την έννοια In Style.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου σχεδιαστές;

Μου αρέσει πάρα πολύ ο Alyx, ο Αshish, ο Peter Do, επιστρέφω πάντα στον Rick Owens, οι Golden Goose, ο Alexander Wang, ο Alexander McQueen, η Delada. Και τα T-shirts των The Real Intellectuals.

Έχεις μανία με τα παπούτσια;

Πεθαίνω.

Το φετίχ σου στη μόδα ποιο είναι;

Να κυκλοφορώ ξυπόλυτη. Και τα αρώματα, οι μυρωδιές. Το αγαπημένο μου fashion show, όμως, εκτυλίσσεται όταν οι μικρές μου, η Γιασμίν και η Ιζαμπέλλα, φορούν τα ρούχα μου. Και το μαύρο.

Από την Αναστάσια Παρετζόγλου

Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος

Styling: Γεωργία Παντελέ, Πέννυ Ιωαννίδου

Βοηθοί Φωτογράφου: Παρή Καρρά, Χρύσα Καρακώστα

Βοηθός Styling: Goldie Χατζηθεοδώρου

 

Instafeed