Οι επιστήμονες εντόπισαν την πιο εξουθενωτική δεκαετία της ζωής, και τα νέα δεν είναι καλά για όσους πλησιάζουν τα 40.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια Michelle Spear, ανατόμο του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ, τα 40ά μας χρόνια είναι τα πιο κουραστικά της ζωής μας. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη γήρανση, αλλά στο γεγονός ότι μικρές βιολογικές αλλαγές συγκλίνουν ταυτόχρονα.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο επειδή αυτές οι αλλαγές συμπίπτουν με μια περίοδο κατά την οποία οι απαιτήσεις της ζωής, της δουλειάς και της γονεϊκότητας φτάνουν στο μέγιστο.
Η καθηγήτρια Spear δήλωσε στην Daily Mail ότι η κόπωση της μέσης ηλικίας κατανοείται καλύτερα ως «ασυμφωνία μεταξύ βιολογίας και απαιτήσεων». Όπως εξηγεί: «Το σώμα μας εξακολουθεί να μπορεί να παράγει ενέργεια, αλλά το κάνει υπό διαφορετικές συνθήκες από ό,τι στην πρώιμη ενήλικη ζωή, ενώ οι απαιτήσεις που μπαίνουν σε αυτήν την ενέργεια συχνά κορυφώνονται».
Η καλή είδηση; Αυτές οι βιολογικές ανισορροπίες που μας εξαντλούν είναι προσωρινές. Μάλιστα, πολλοί άνθρωποι μπορεί να βιώσουν και δεύτερη νιότη καθώς μεγαλώνουν, σύμφωνα με την ειδικό.
Tα 20 χρόνια μας
Κοιτάζοντας πίσω στα 20 σας, μπορεί να σας φαινόταν ότι το σώμα σας τα κατάφερνε πιο εύκολα. Μπορούσατε να κοιμάστε αργότερα, να μένετε έξω περισσότερο, να γυμνάζεστε πιο σποραδικά και παρ’ όλα αυτά να διατηρείτε σχετικά καλή φυσική κατάσταση. Η επιστήμη της γήρανσης, μάλιστα, επιβεβαιώνει ότι αυτό το συναίσθημα είναι σωστό.

«Στα 20 μας, το σώμα είναι βιολογικά πολύ συγκαταβατικό», εξηγεί η Spear. «Η επισκευή των μυών είναι ταχύτερη, οι φλεγμονώδεις αντιδράσεις κρατούν λιγότερο, και η παραγωγή ενέργειας σε κυτταρικό επίπεδο είναι αποδοτική και άφθονη».
Τα μέρη των κυττάρων που παράγουν ενέργεια, οι μιτοχόνδριοι, μας παρέχουν περισσότερη ενέργεια με λιγότερα απόβλητα και λιγότερα φλεγμονώδη υποπροϊόντα. Όπως λέει η Spear: «Όταν έχετε περισσότερη διαθέσιμη ενέργεια, όλα κοστίζουν λιγότερο, οπότε ο κακός ύπνος, ένα αργοπορημένο βράδυ ή έντονη γυμναστική έχουν λιγότερες συνέπειες».
Φτάνοντας στα 40 χρόνια
Όταν φτάνουμε στα 40, μικρές αλλαγές αρχίζουν να αποσταθεροποιούν αυτό το ισορροπημένο σύστημα. Από το τέλος των 30 μας, η μυϊκή μάζα αρχίζει φυσικά να μειώνεται εκτός αν διατηρείται με τακτική προπόνηση ενδυνάμωσης. Όταν έχουμε λιγότερους μύες, οι καθημερινές κινήσεις κοστίζουν περισσότερη ενέργεια από ό,τι στα 20. Οι μιτοχόνδριοι εξακολουθούν να παράγουν ενέργεια, αλλά λιγότερο αποδοτικά, αφήνοντας μας με λιγότερη ενέργεια και περισσότερα απόβλητα.
Αυτό καθιστά την ανάκαμψη πιο «ακριβή» βιολογικά, οπότε ένα αργοπορημένο βράδυ ή μια περίοδος άγχους που στα 20 δεν θα μας επηρέαζε, τώρα μας εξουθενώνει περισσότερο.

Ταυτόχρονα, μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στα 40 είναι η επιδείνωση του ύπνου. Στα 20, ο ύπνος είναι βαθύς και αποδοτικός, ακόμη και οι σύντομοι ύπνοι αναζωογονούν το σώμα και το μυαλό. Με την ηλικία, τα συστήματα που παράγουν και προστατεύουν αυτόν τον βαθύ ύπνο γίνονται λιγότερο σταθερά.
Η Spear εξηγεί: «Οι ορμονικές αλλαγές, ιδιαίτερα οι διακυμάνσεις οιστρογόνου και προγεστερόνης στις γυναίκες κατά την περιεμμηνόπαυση, επηρεάζουν απευθείας τις περιοχές του εγκεφάλου που ρυθμίζουν τον βαθύ ύπνο και τη θερμοκρασία του σώματος. Αυτό καθιστά πιο δύσκολο να παραμείνουμε σε αναζωογονητικό ύπνο βαθιού κύματος».

Παράλληλα, η αντίδραση στο άγχος γίνεται πιο έντονη με την ηλικία, αυξάνοντας τα επίπεδα κορτιζόλης τη νύχτα αντί να μειώνονται. Το αποτέλεσμα; Ο ύπνος γίνεται πιο ελαφρύς και διαταραγμένος, με αποτέλεσμα να νιώθουμε λιγότερο ξεκούραστοι ακόμη κι αν περάσουμε την ίδια ώρα στο κρεβάτι. Σημαντικό είναι ότι όλες αυτές οι μικρές αλλαγές εμφανίζονται την περίοδο όπου ο εγκέφαλός μας αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πίεση.
Μελέτες δείχνουν ότι η μέση ηλικία είναι περίοδος μέγιστου γνωστικού και συναισθηματικού φορτίου, καθώς πολλοί αναλαμβάνουν ηγετικούς και φροντιστικούς ρόλους.
Η καθηγήτρια Spear τονίζει ότι κανείς δεν βιώνει τη γήρανση ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
«Η κόπωση της μέσης ηλικίας συχνά αντικατοπτρίζει το συσσωρευμένο φορτίο παρά τη γήρανση καθ’ εαυτή. Δύο άτομα της ίδιας ηλικίας μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικά επίπεδα ενέργειας ανάλογα με το τι ζητείται από τα σώματά τους».
Στα 60 χρόνια μας
Η καλή είδηση; Τα επίπεδα ενέργειας αυξάνονται και σταθεροποιούνται ξανά στα 60, ακόμη κι αν η φυσική ικανότητα μειώνεται με την ηλικία. Το άγχος είναι χαμηλότερο, η δουλειά συνήθως λιγότερο απαιτητική και τα μοτίβα ύπνου πιο τακτικά.

Παράλληλα, οι μιτοχόνδριοι προσαρμόζονται καλά και μπορούν να βελτιωθούν με τακτική προπόνηση με βάρη. Μελέτες δείχνουν ότι άτομα 60–70 χρόνων μπορούν να αποκαταστήσουν τη δύναμη, να βελτιώσουν τη μεταβολική υγεία και τα επίπεδα ενέργειας μέσα σε λίγους μήνες.
Αν και δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα όπως στα νεανικά μας χρόνια, η δεκαετία των 60 μπορεί να προσφέρει πιο προβλέψιμα επίπεδα ενέργειας με τη σωστή φροντίδα.
Η καθηγήτρια Spear καταλήγει: «Ο στόχος δεν είναι να αναπαράγουμε την ενέργεια των 20, αλλά να προστατεύσουμε και να προτεραιοποιήσουμε την ανάκαμψη. Αυτό σημαίνει τακτικό ύπνο, προπόνηση με βάρη για διατήρηση της μυϊκής μάζας, διαχείριση του άγχους αντί απλώς να το υπερνικάμε, και επαρκή διατροφή, ειδικά επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης».