Η γνωστική υγεία καταλαμβάνει ολοένα σημαντικότερη θέση στις ανησυχίες που σχετίζονται με τη γήρανση. Με την πάροδο των χρόνων, ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να παρουσιάσουν έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, από απλή αφηρημάδα και αμέλεια έως πιο σοβαρές διαταραχές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δυσκολίες αυτές μπορεί να αντιστοιχούν σε ήπια γνωστική διαταραχή, μια κατάσταση που ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης προς τη νόσο Aλτσχάιμερ ή άλλες μορφές άνοιας.
Ο ύπνος αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα: Οι διαταραχές του ύπνου είναι συχνές σε ανθρώπους με ήπια γνωστική διαταραχή και ενδέχεται να συνοδεύουν ή να επιδεινώνουν ορισμένες γνωστικές δυσκολίες.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, μια αμερικανική ερευνητική ομάδα μελέτησε τον πιθανό ρόλο της βιταμίνης D. Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 54 άτομα με διαγνωσμένη ή πιθανολογούμενη ήπια γνωστική διαταραχή, καθώς και διαταραχές ύπνου, δημοσιεύθηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Sleep Medicine.
Όπως αναφέρει το Science & Vie, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι συμμετέχοντες που δήλωναν πως λάμβαναν καθημερινά υψηλές δόσεις βιταμίνης D παρουσίαζαν καλύτερες επιδόσεις σε ένα τεστ αξιολόγησης των γνωστικών τους ικανοτήτων.
Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον εύρημα, το οποίο όμως θα πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή: Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η βιταμίνη D μπορεί να προλάβει τη νόσο Aλτσχάιμερ ούτε ότι η λήψη υψηλών δόσεων βελτιώνει άμεσα τη μνήμη. Καταγράφει απλώς μια συσχέτιση σε έναν πληθυσμό που παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα είναι διερευνητικά και χρειάζονται επιβεβαίωση από μεγαλύτερες μελέτες.

Οι ερευνητές μελέτησαν 54 ενήλικες, με μέση ηλικία τα 67 έτη, οι οποίοι παρουσίαζαν τόσο ήπια γνωστική διαταραχή όσο και διαταραχές ύπνου. Η μνήμη και οι ικανότητές τους στη σκέψη και τη συλλογιστική αξιολογήθηκαν μέσω του τεστ MoCA (Montreal Cognitive Assessment), ενώ η κατανάλωση βιταμίνης D καταγράφηκε μέσω ερωτηματολογίου.
Οι συμμετέχοντες που δήλωναν ότι λάμβαναν καθημερινά τουλάχιστον 5.000 IU βιταμίνης D παρουσίαζαν καλύτερες γνωστικές επιδόσεις σε σύγκριση με εκείνους που δεν λάμβαναν βιταμίνη D. Αντίθετα, οι χαμηλότερες δόσεις δεν συνδέονταν με στατιστικά σημαντική διαφορά στις γνωστικές επιδόσεις. Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν, επίσης, διαφορά ανάλογα με το αν επρόκειτο για βιταμίνη D2 ή D3.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία των ευρημάτων: επειδή η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε μόλις 54 άτομα και ήταν παρατηρησιακή/εγκάρσια, δεν μπορεί να αποδείξει ότι η βιταμίνη D βελτιώνει άμεσα τις γνωστικές λειτουργίες. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και ελεγχόμενες μελέτες για να επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη σχέση.