Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε καλύτερη φυσική κατάσταση είναι λιγότερο πιθανό να χάσουν την ψυχραιμία τους, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Ερευνητές από το Federal University of Goias στη Βραζιλία διαπίστωσαν ότι η υψηλότερη καρδιοαναπνευστική ικανότητα, δηλαδή η ικανότητα του οργανισμού να διοχετεύει οξυγόνο στο σώμα κατά τη διάρκεια της άσκησης, συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και θυμού, καθώς και με μεγαλύτερη συναισθηματική ανθεκτικότητα.
Για να το εξετάσουν, οι ερευνητές πραγματοποίησαν πείραμα σε 40 υγιείς νεαρούς συμμετέχοντες, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: Σε όσους είχαν φυσική κατάσταση πάνω από τον μέσο όρο και σε όσους είχαν κάτω από τον μέσο όρο.

Σε δύο συνεδρίες, στους συμμετέχοντες προβλήθηκε ένα σύνολο είτε ουδέτερων εικόνων, όπως καθημερινά αντικείμενα, είτε δυσάρεστων εικόνων, συμπεριλαμβανομένων σκηνών τραυματισμών και απειλητικών καταστάσεων, σχεδιασμένων να προκαλέσουν στρες και αρνητικά συναισθήματα.
Η μελέτη κατέγραψε σαφείς διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι δύο ομάδες διαχειρίστηκαν το στρες: Παρότι όλοι οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι ένιωσαν μεγαλύτερη ένταση μετά την προβολή των δυσάρεστων εικόνων, η ομάδα με την καλύτερη φυσική κατάσταση παρέμεινε αισθητά πιο ψύχραιμη.
Αντίθετα, όσοι ανήκαν στην ομάδα με τη χαμηλότερη φυσική κατάσταση είχαν 775% περισσότερες πιθανότητες να δουν τα επίπεδα άγχους και θυμού τους να αυξάνονται από μέτρια σε υψηλά.

Τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Acta Psychologica, έδειξαν επίσης ότι όσο λιγότερο γυμνασμένο ήταν ένα άτομο, τόσο πιο πιθανό ήταν να εκδηλώσει τον θυμό του όταν ερχόταν αντιμέτωπο με αγχωτικές εικόνες.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Dr Thalles Guilarducci Costa, δήλωσε: «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα άτομα με υψηλότερη καρδιοαναπνευστική ικανότητα τείνουν να παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα διαρκούς άγχους και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όταν εκτίθενται σε συναισθηματικά στρεσογόνα ερεθίσματα, ενισχύοντας τα αυξανόμενα στοιχεία ότι η σωματική δραστηριότητα παίζει σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική υγεία».