Την πρώτη φορά που είδα το Sex and the City ήμουν πολύ μικρή. Καθισμένη στον καναπέ δίπλα στη μεγάλη μου αδελφή, η οποία, έφηβη τότε, το έβλεπε με τρομερό ενδιαφέρον. Έπαιζε βραδινή ζώνη σε κάποιο κανάλι της τηλεόρασης, αρχές 2000s. Εκείνη ήταν έφηβη, εγώ ήμουν απλώς εκεί. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν το έβρισκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον αλλά έμενα για την παρέα.
Το ξαναείδα ως έφηβη και πάλι δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα. Για την ακρίβεια, είχα μισήσει τους πρώτους κύκλους. Μου φαίνονταν κουλοί, άλλης εποχής, δεν καταλάβαινα γιατί μιλούσαν στην κάμερα στις πρώτες σεζόν, δεν έβγαζα κανένα νόημα από τα case studies κάθε επεισοδίου. Κάπου μετά την τέταρτη σεζόν έμεινα αλλά για τα ρούχα, για τη Νέα Υόρκη, για την ιδέα της Carrie Bradshaw που γράφει μια στήλη σε μια εφημερίδα και ζει από αυτό.
Εκεί ταυτίστηκα λίγο. Όχι με την ίδια αλλά με την ιδέα. Ήθελα κι εγώ να γράφω σε μια εφημερίδα, όπως έγραφε και η μαμά μου τότε. Δεν ξέρω βέβαια αν το στόρι της ήταν ποτέ ρεαλιστικό -αν όντως μπορούσε κάποιος τότε να ζήσει έτσι, να πληρώνει νοίκι στη Νέα Υόρκη γράφοντας μια στήλη μια φορά την εβδομάδα (η μαμά μου σίγουρα δεν στηριζόταν σε αυτό οικονομικά) και να αγοράζει ακριβά παπούτσια κάθε λίγο. Ίσως όχι. Ίσως όμως δεν είχε και τόση σημασία. Παρόλη την αμφισβήτηση όμως, άρχισα κάπως να «δανείζομαι» στοιχεία από την περσόνα της Carrie, έτσι, χωρίς να καταλαβαίνω το περιεχόμενο.
Το ότι κάθε επεισόδιο ήταν όντως ένα case study, κάτι πολύ συγκεκριμένο, σχεδόν κοινωνιολογικό, γύρω από το σεξ, τις σχέσεις, το πώς σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, ούτε αυτό το «έπιανα».
Και το σοκαριστικό τώρα που το ξαναείδα, κατάλαβα είναι ότι σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, αυτά τα “case studies” δεν έχουν παλιώσει.
Έχουν αλλάξει οι λεπτομέρειες, αλλά το ghosting, ας πούμε, υπήρχε και υπάρχει. Οι «μοντελακιδιές» υπήρχαν και υπάρχουν, ακόμα κι αν άλλαξαν όνομα. Το dating ήταν εξίσου ατέρμονο. Απλώς ήταν πιο… αναλογικό. Τώρα το έχουμε κάνει πιο άμεσο με Tinder, Bumble αλλά στην ουσία κάνουμε το ίδιο πράγμα -βγαίνουμε με ανθρώπους για να δούμε αν μας κάνουν. Αν ταιριάζουμε.
Και αυτό το “if we fit” που λέει η Carrie, μου έμεινε πάρα πολύ. Γιατί είναι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο κενό και brutal. Σαν να δοκιμάζεις ανθρώπους τον έναν μετά τον άλλον, όπως δοκιμάζεις ρούχα. Το έβλεπα λοιπόν και άρχισα να ταυτίζομαι με πράγματα που δεν περίμενα. Όχι με την Carrie ως περσόνα, αλλά με τη φάση, με το συναισθηματικό μπέρδεμα των 30+ και με τα patterns που παίζουν σε αυτή την ηλικία.
Και μετά ήρθε το επεισόδιο με τους παντρεμένους, που είναι ότι πιο επίκαιρο για εμένα.
Ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι χωρίζονται σε κατηγορίες: παντρεμένοι και ανύπαντροι. Το 2026, παρότι το δεύτερο είναι και το πιο συχνό είδος που συναντά κανείς εκεί έξω, παραμένει «ρετσινιά» όσο απομακρύνεσαι από τα 30. Παράδοξο, γιατί από τη μία ζούμε σε μια εποχή που σου πουλάει συνέχεια το αφήγημα του «να είσαι μόνη σου, να είσαι αυτάρκης, να είσαι ανεξάρτητη, να μην έχεις ανάγκη κανέναν». Και από την άλλη, αν είσαι μόνη σου μετά τα 30 υπάρχει ακόμα στίγμα. Σαν να είσαι η καημένη της υπόθεσης. Σαν να έχεις μείνει πίσω.
Και δεν ξέρω αν είναι κοινωνικό ή αν είναι κάτι πιο βαθύ, αλλά το να είσαι μόνος σε αυτή τη φάση της ζωής δεν είναι καθόλου εύκολο. Το λες και λίγο πράξη ηρωισμού. Και αυτό δεν το είχα καταλάβει όταν το έβλεπα μικρή. Ούτε φοιτήτρια. Ούτε καν στα 20κάτι. Το κατάλαβα στην πορεία της ζωής μου και το ξαναθυμήθηκα τώρα. Ο κόσμος αυτός, διαχρονικά έχει φτιαχτεί για να ευνοεί τις δυάδες.
Η τρίτη φορά που το είδα ήμουν φοιτήτρια, δεύτερο έτος. Καταλάβαινα περισσότερα αλλά συνέχιζα να μισώ τους δύο πρώτους κύκλους. Μου φαίνονταν ξεπερασμένοι αισθητικά και αμήχανοι.
Μετά ήρθαν οι ταινίες, μετά το And Just Like That…. Τα είδα όλα, αλλά ποτέ δεν ενθουσιάστηκα πραγματικά. Ούτε με τη σειρά, ούτε με τον Big, ούτε με όλο αυτό το αφήγημα. Για μένα ήταν απλώς μια ωραία σειρά με τέσσερις γυναίκες, ωραία ρούχα και μια ωραία ζωή στη Νέα Υόρκη. Μέχρι τώρα.
Πριν λίγες μέρες, μιλούσα με τη φίλη μου την Κωνσταντίνα, με την οποία κάποτε είχαμε κάνει ένα δικό μας, πιο σύγχρονο τύπου Sex and the City της εποχής μας podcast. Μου είπε ότι ξαναβλέπει τον πρώτο κύκλο, αυτόν που εγώ μισούσα. Και ότι κάθε φορά που το ξαναβλέπει παρατηρεί και από κάτι άλλο, κάτι καινούργιο. Μάλιστα είπε πως όσο μεγαλώνει τον εκτιμάει περισσότερο. Οπότε το ξεκίνησα κι εγώ. Για να κάνω ένα πείραμα, βρε αδερφέ. Άλλωστε την κρίση της φίλης μου την εμπιστεύομαι.
Πρώτη φορά, παρατήρησα πράγματα που δεν είχα δει ποτέ.
Ότι στο πρώτο επεισόδιο η Carrie μένει σε άλλο σπίτι από αυτό που όλοι έχουμε στο μυαλό μας. Το ότι είναι καστανή και σε κάθε επεισόδιο ξανθαίνει όλο και περισσότερο. Ότι ο Big μπαίνει από την αρχή -ενώ εγώ θυμόμουν ότι εμφανίζεται πολύ αργότερα.
Και θυμήθηκα ότι η Carrie στην αρχή κάνει ατέρμονο dating χωρίς επιτυχία. Κάποτε μου φαινόταν cool και σα να ήξερε το σεξ και τις σχέσεις. Τώρα μου φαινόταν άσχετη, χαμένη και ok, προσπαθούσε η κοπέλα, όπως όλες μας. Και αυτό είναι αρκετά cool, από την ανάποδη. Και ίσως αυτό είναι και το πιο ωραίο που έκανε ο Darren Star -έγραψε μια ηρωίδα που δεν είναι υπερτέλεια.
Η Samantha ήταν πάντα ξεκάθαρη για μένα. Την έβρισκα εξαιρετική τότε, τη βρίσκω εξαιρετική και τώρα. Ίσως ο μόνος χαρακτήρας με τον οποίο μπορούσα να ταυτιστώ σε σημεία ως ενήλικη.
Και τώρα, για πρώτη φορά, βρήκα κοινά και με τη Miranda.
Το tomboy στοιχείο, το κοντό μαλλί, τα tailored σακάκια, το ότι είναι μόνη της για καιρό και ο κόσμος την κατηγοριοποιεί αυτόματα ως λεσβία. Fun fact, μου έχει συμβεί κι εμένα. Να με κρίνουν από την εικόνα μου. Κοντό μαλλί και μηχανή, ίσον λεσβία. Όλοι το ξέρουν αυτό. Κι έτσι, αυτό σε κάνει να συνειδητοποιείς πόσο λίγο έχουν αλλάξει κάποια πράγματα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά.
Ακόμα και η Νέα Υόρκη. Που κάποτε μου φαινόταν το απόλυτο. Τώρα μου φαίνεται… ok. Κανονική. Τα clubs, το nightlife -τα έχουμε δει κι εδώ. Η Αθήνα δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτό που κάποτε είχα στο μυαλό μου ως ιδανικό.
Και μετά αρχίζεις να βλέπεις και τη μόδα και τα κοστούμια αλλιώς. Η Patricia Field, ας πούμε, το ότι η Carrie φοράει ξανά και ξανά την ίδια vintage γούνα στον πρώτο κύκλο είναι τρομερή επιλογή. Γιατί δείχνει έναν κανονικό άνθρωπο, ο οποίος ζει στα ρούχα του. Και ίσως εκεί είναι όλο το μυστικό της σειράς. Ότι δεν είναι τέλεια. Ούτε οι σχέσεις, ούτε αυτά που λένε, μα ούτε κι αυτά που φοράνε. Και ακριβώς γι’ αυτό έκανε και κάνει γκελ. Γιατί είναι γυναίκες της διπλανής πόρτας -με λίγη αστερόσκονη, ναι, αλλά αρκετά πραγματικές ώστε να βρεις κομμάτια σου μέσα τους. Αν όχι σε μία, σε όλες από λίγο.
Και μάλλον γι’ αυτό οι πρώτοι κύκλοι είναι τελικά οι πιο δυνατοί. Είναι το hook, που θα λέγαμε σήμερα με όρους ντίτζιταλ εποχής.
Χθες το βράδυ, βλέποντας το πέμπτο επεισόδιο, έστειλα μήνυμα στη φίλη μου την Κίρκη, μια ελληνοκαναδέζα γυναικάρα άνω των 50 ετών η οποία έχει ζήσει αυτή τη ζωή, εκείνη την εποχή. Της είπα «τώρα καταλαβαίνω τι βλέπω». Και μου απάντησε «Δε βαριέμαι ποτέ να τη βλέπω και νομίζω είναι η αγαπημένη μου σειρά όλων των εποχών».
Γιατί ακόμα και αν σήμερα κάποια πράγματα φαίνονται εκτός ή τζιζ -όπως εκείνο το επεισόδιο με τον τύπο που βιντεοσκοπεί κρυφά τις συνευρέσεις του και αυτό αντιμετωπίζεται σχεδόν χαλαρά- δεν μπορείς να το κρίνεις έξω από την εποχή του. Το βλέπεις μέσα στο context του. Δεν είναι η τέλεια σειρά. Και ούτε ήταν. Αλλά πιθανότατα ήταν ακριβής και ρεαλιστική. Και τελικά, ίσως αυτό είναι που την κάνει να αντέχει 28 χρόνια μετά.