Η Κάτια Γκουλιώνη αποποιείται κάθε ρόλο και δείχνει στο Instyle λίγο από το ποια είναι στην πραγματικότητα

Είδα την ταινία Ευτυχία λίγο μετά τα Χριστούγεννα σε έναν μικρό επαρχιακό κινηματογράφο στην πόλη απ’ όπου κατάγομαι. Δεν γνώριζα πολλά για την πρωτοπόρο Ελληνίδα στιχουργό, το ομολογώ, αλλά η κινηματογραφική βιογραφία της τη σκιαγράφησε ιδανικά. Μετά την προβολή, μάλλον επηρεασμένη από τις πρωταγωνίστριες (η Καρυοφυλλιά Καραµπέτη υποδύεται την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στα ώριμα χρόνια της, ενώ η Κάτια σε νεανική ηλικία), που κάπνιζαν μανιωδώς, ζήτησα ένα τσιγάρο από έναν φίλο και στην πρώτη τζούρα δήλωσα γοητευμένη από την ερμηνεία της μυστηριώδους ηθοποιού που μέχρι τότε αγνοούσα. Η Κάτια Γκουλιώνη ήταν το θέμα συζήτησης πολλών σινεφίλ και ήταν κάπως επόμενο να γίνει το κορίτσι αυτού του μήνα. Συναντηθήκαμε στο Κέντρο κι έπειτα από πολλά τσιγάρα και πάνω από μερικές κούπες americano η Κάτια μού εκμυστηρεύτηκε την αγάπη της για τον καφέ, αλλά με άφησε να δω και το δικό της χαρμάνι.

ΚΡΙΣΤΕΛ ΛΙΑΚΟΥ: Είναι η πρώτη φορά που κάνεις pop κινηματογράφο. Τι διαφέρει μια εμπορική από μια ταινία «art house»;

ΚΑΤΙΑ ΓΚΟΥΛΙΩΝΗ: Γενικώς δεν κατηγοριοποιώ και δεν θεωρώ σημαντική τη διάκριση ταινιών σε «art house», εμπορικές ή κάτι άλλο. Για εμένα έχει σημασία αν το αποτέλεσμα δικαιώνει την προσπάθεια και τη δουλειά όλων. Στην Ευτυχία, για παράδειγμα, το πρότζεκτ έγινε το ίδιο προσωπικό, όπως και στις προηγούμενες ταινίες. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι είναι μια εμπορική ταινία και οι προηγούμενες δεν ήταν.

Κ.Λ.: Τεχνικά, όμως, όλες οι ταινίες στις οποίες έχεις συμμετάσχει έγιναν με τον ίδιο τρόπο;

Κ.Γ.: Η διαφορά της Ευτυχίας με τις προηγούμενους ταινίες ήταν το πρακτικό. Κάποιες άλλες πήραν διπλάσιο χρόνο για την υλοποίησή τους, σε άλλες δεν υπήρχε το οικονομικό από την αρχή, το οποίο είναι απαραίτητο για να έχει μια παραγωγή ροή, μέχρι η ταινία να βγει στους κινηματογράφους. Συνήθως δεν υπάρχει η στήριξη γύρω από τη διανομή. Δηλαδή μια ταινία γυρίζεται, μοντάρεται, μιξάρεται και από εκεί και πέρα ξεκινά ένα πολύ δύσκολο κομμάτι. Υπάρχουν ταινίες που είναι πρότζεκτ πενταετίας οι οποίες δεν βρίσκουν διανομή στην Ελλάδα, παρότι μπορεί να έχουν ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο μέσα από τα φεστιβάλ… Αυτό είναι κάτι που με εξοργίζει. Πόσο μάλλον όταν όλες οι ταινίες του νέου ελληνικού σινεμά ταξιδεύουν τόσο πολύ, διακρίνονται και δεν βρίσκουν «φιλοξενία» ούτε μία εβδομάδα στη χώρα μας. Πολλές από αυτές μάλιστα έχουν γίνει με έναν τρόπο που οι συντελεστές έχουν κεφαλαιοποιήσει και την προσωπική τους εργασία. Ας φύγουμε λοιπόν από τις κατηγορίες –το τι είναι η κάθε ταινία– γιατί η ταινία θα βρει τους «συγγενείς» της από μόνη της. Η υποστήριξη όμως που θα πρέπει να έχει καθεμιά οφείλει να είναι η ίδια. Δεν γίνεται να αφήνουμε τις ταινίες να μένουν άστεγες.

Κ.Λ.: Τι σκέφτηκες μόλις διάβασες το σενάριο της Ευτυχίας;

Κ.Γ.: Ότι ήταν πάρα πολύ καλό. Καμιά φορά μάς δίνουν σενάρια που δεν μας αφήνουν χώρο. Το συγκεκριμένο της Κατερίνας Μπέη αντιθέτως ήταν άμεσο, είχε αγγίξει την έντονη πολυπλοκότητα της Ευτυχίας και σου έδινε χώρο για να αφεθείς.

 Κ.Λ.: Γνώριζες την ιστορία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου από πριν; Ποια ήταν η διαδικασία που ακολούθησες για να την ψυχογραφήσεις και τελικά να την αποδώσεις τόσο καλά;

Κ.Γ.: Στα παιδικά μου χρόνια η γιαγιά μας τραγουδούσε τα «Καβουράκια». Αργότερα τη γνώρισα όταν έψαξα να βρω ποιος έχει γράψει τους στίχους του «Τι να σου κάνει μια καρδιά», που το τραγουδάει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Εκεί είδα το όνομά της κι άρχισα να την ψάχνω. Πέρασα διάφορα στάδια στην προσπάθεια να προσεγγίσω τον χαρακτήρα της. Είναι πιο δύσκολο όταν έχεις να κάνεις με έναν πραγματικό χαρακτήρα. Εγώ ξεκίνησα προσεγγίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά που μου δόθηκαν εξαρχής από την έρευνα. Από εκεί και πέρα ήθελα να ανακαλύψω στοιχεία που δεν μου ήταν ορατά αρχικά. Να βρω διαφορετικές αναφορές, για να αφεθώ με περισσότερη φαντασία στη διαδικασία μου. Προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω και σωματικά την ηρωίδα. Δηλαδή έχουμε μια ηρωίδα που καπνίζει, γράφει και παίζει χαρτιά. Αυτές είναι τρεις δράσεις που γίνονται με τα χέρια. Οπότε ήθελα πολύ να εντάξω την κινησιολογία με τα χέρια της, όχι ως ένα σωματικό εύρημα, αλλά γιατί επιθυμούσα να κατανοήσω την ανάγκη της για επικοινωνία. Γιατί κάποιος που χρησιμοποιεί τόσο τα χέρια του έχει την αμεσότητα και την ανάγκη να εκφράσει αυτό που νιώθει με την εξωλεκτική επικοινωνία. Εκεί που δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τα χέρια της ήταν όταν έπρεπε να υπογράψει τα τραγούδια της. Άρα αυτό μας κάνει να καταλαβαίνουμε ότι την ενδιέφερε η ανθρώπινη επικοινωνία… και το χιούμορ επίσης. Ένα χιούμορ που είχε για άμυνα, για να μπορεί να συνεχίζει. Με αυτό τον τρόπο μετέτρεπε τα τραύματά της σε ζωή. Ερχόταν συνήθως μετά από δύσκολες μέρες και στιγμές που περνούσε – αυτή ήταν η δική μου αντιμετώπιση στον χαρακτήρα. Ήθελα να αποφύγω την παγίδα να πατήσω πάνω σε ένα σταθερό σχήμα της προσωπικότητάς της. Ελπίζω να τα κατάφερα.

Κ.Λ.: Έχεις κοινά στοιχεία στην προσωπικότητά σου με εκείνη; Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο;

Κ.Γ.: Νομίζω ότι μέσα μας όλοι έχουμε τα πάντα, αλλά σε διαφορετικές δόσεις. Όταν ξεκινάει η διαδικασία προσέγγισης του χαρακτήρα, καλείσαι να βρεις τη δοσολογία ή να ανασύρεις συναισθήματα που μπορεί να είναι και μπλοκαρισμένα, αλλά που όλοι τα έχουμε και πρέπει να έρθουν στην επιφάνεια για τον ρόλο. Αυτή η διαδικασία είναι κάτι που με κάνει να αγαπώ πολύ αυτή τη δουλειά. Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο να βρω ήταν η τόλμη της, το θάρρος που είχε και πώς το εξωτερίκευε. Όπως επίσης και η ελευθερία της να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν τρόπο εντελώς φαντασιακό, ένα στοιχείο πολύ έντονο στον χαρακτήρα της.

Κ.Λ.: Ποιο γεγονός από τα γυρίσματα θα σου μείνει αξέχαστο;

Κ.Γ.: Περισσότερο απ’ όλα θα θυμάμαι το πόσο ζεστά ένιωθα με όλους τους συναδέλφους. Η φροντίδα που ένιωσα σε σκηνές απαιτητικές, όπως αυτές από τη Μικρασιατική Καταστροφή, που ήταν δύσκολες και ενδυματολογικά και στο κομμάτι της παραγωγής, ήταν απίστευτη ευλογία για μένα. Αυτή η χαρά που βγαίνει μόλις ακούς το «Cut, ok, το έχουμε» σε σκηνές που είναι δύσκολες για όλους τους συντελεστές είναι μεγάλη. Το χαίρομαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ξέρεις, δεν υπάρχει κάτι πιο ομαδικό από τον κινηματογράφο.

Κ.Λ.: Έχεις συνεργαστεί αρκετές φορές με τον σκηνοθέτη Άγγελο Φραντζή, πιστεύεις ότι υπάρχουν «καλλιτεχνικά ταίρια»;

Κ.Γ.: Σίγουρα. Λογικό δεν είναι; Έχουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας πια, ο οποίος από δουλειά σε δουλειά διαφέρει, όπως και οι ταινίες του, που είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους.

Κ.Λ.: Συνήθως κάνεις θέατρο και σινεμά. Τι σε συνεπαίρνει σε αυτούς τους δύο χώρους και τους προτιμάς;

Κ.Γ.: Κάνω κυρίως σινεμά. Θα ήθελα να κάνω παραπάνω θέατρο. Οι ταινίες που έκανα τα τελευταία χρόνια απαιτούσαν πολύ από τον χρόνο μου και η αλήθεια είναι πως δεν κάνω τίποτα άλλο συγχρόνως όταν έχω ταινία. Νιώθω ότι δεν μπορώ να αντεπεξέλθω, ότι μοιράζομαι το ολόκληρό μου. Κι επειδή αγχώνομαι αρκετά με τη σκέψη του πρόχειρου, δεν θέλω να μου προσθέτω δεύτερο άγχος. Δεν ξέρω αν προτιμώ το θέατρο ή το σινεμά, σίγουρα προτιμώ τις διαδικασίες που με κάνουν να μη σκέφτομαι τον χρόνο.

Κ.Λ.: Πήρες Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Πολυξένη σε σκηνοθεσία Δώρας Μασκλαβάνου, από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Τι αλλάζει μετά από μια τόσο σημαντική επιβράβευση;

Κ.Γ.: Όταν μας επιβραβεύουν, χαιρόμαστε. Εγώ τουλάχιστον ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Για μένα δεν άλλαξε κάτι. Ένιωσα ότι ήταν μια συνολική επιβράβευση. Πρέπει να είναι αφελής ένας ηθοποιός που βραβεύεται αν θεωρεί πως αυτό γίνεται μόνο για το δικό του κομμάτι.

Κ.Λ.: Στο Ακίνητο Ποτάµι πρωταγωνιστείς αλλά έχεις κάνει και τα κοστούμια, για τα οποία βραβεύτηκες κιόλας από την Ελληνική Ακαδηµία Κινηµατογράφου. Στο θέατρο δεν είναι λίγες οι φορές που έχεις σκηνοθετήσει. Αντιλαμβάνομαι ότι καταπιάνεσαι με πολλά. Μίλησέ μας γι’ αυτό.

Κ.Γ.: Ήταν και οι δύο περιπτώσεις συσπείρωσης γύρω από αυτό που αγαπώ. Στην πρώτη περίπτωση ανέλαβα την ευθύνη της σκηνοθεσίας σε µεγάλους χρόνους ανεργίας, όπου ένιωσα ότι απομακρύνομαι από αυτό που µε ενδιαφέρει. Έτσι, προσπάθησα να μικρύνω την απόσταση μέσω της συνεργασίας με άλλους συναδέλφους που αντιμετώπιζαν το ίδιο θέμα. Κάναμε παραστάσεις για να μη νιώθουμε άχρηστοι. Ωστόσο, δεν αποδέχομαι τον τίτλο του σκηνοθέτη, µια και θεωρώ πως δεν είναι τυχαίο που κάποιοι άνθρωποι ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό. Στην περίπτωση της ενδυματολογίας, πάλι, ανέλαβα έναν ρόλο για να προχωρήσει η δουλειά, για το καλό της ομάδας. Άλλωστε, μόνο ομαδικά μπορεί να προχωρήσει κάτι. Σε µια στιγµή έκτακτης ανάγκης (η ενδυµατολόγος που είχε αναλάβει τα κοστούµια για την ταινία έφυγε λίγες ηµέρες πριν από το γύρισµα) κλήθηκα να αναλάβω αυτό τον ρόλο, καθώς αυτή ήταν η πρώτη µου ενασχόληση µε το θέατρο. Ήθελα να γίνω ενδυματολόγος ή σκηνογράφος, έκανα µαθήµατα ιστορίας της τέχνης για να πάω στο εξωτερικό να σπουδάσω. Δεν έγινε ποτέ, για προσωπικούς λόγους, αλλά ήταν η αφετηρία για να ξεκινήσω τις σπουδές µου στη Δραµατική Σχολή Αθηνών.

Κ.Λ.: Οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να έχουν πολλές επαγγελματικές ταυτότητες. Είναι μάλλον δύσκολο να παλινδρομείς σε μια ρευστή ταυτότητα από το να πιστεύεις ότι είσαι κάτι παγιωμένο.

Κ.Γ.: Οι ταυτότητες γενικώς θεωρώ ότι είναι εδώ για να μας περιορίζουν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο γύρω από την επαγγελματική ταυτότητα. Είναι γύρω από την ταυτοποίηση, γενικά. Η ταμπέλα γύρω από τη σεξουαλικότητα, το επαγγελματικό, τη συμπεριφορά… Μισώ αυτό το σύστημα που σε περίπτωση που παρεκκλίνεις λίγο από τη γενική αναφορά σε πετάει εκτός. Για εμένα είναι αποκρουστική η ανάγκη της κοινωνίας να δώσει μια ταυτότητα ή ένα όνομα στα πράγματα. Μια ανάγκη που προκύπτει από την ανασφάλειά μας να μη νιώθουμε χαζοί όταν δεν καταλαβαίνουμε κάτι – οπότε ψάχνουμε μια λέξη να το ταυτοποιήσουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι ολόκληρος ο δυτικός κόσμος στηρίζεται στην ταυτοποίηση για να μπορεί να ελέγξει. Είναι νόμος η ταυτοποίηση, που μοιάζει με σενάριο Ευθύμη Φιλίππου. Ποιος ορίζει την ταυτότητα και την κανονικότητα δεν με αφορά καθόλου. Δεν θέλω να εμπλακώ με τίποτα σε όλο αυτό το παιχνίδι γιατί μου στερεί την ελευθερία μου και τη συναίσθηση.

Κ.Λ.: Καταπιάνεσαι με πολλά. Ξεκουράζεσαι ποτέ;

Κ.Γ.: Φροντίζω να έχω ελεύθερο χρόνο γιατί με ενδιαφέρει πολύ να βρίσκομαι με αυτούς που αγαπώ. Με αυτό τον τρόπο έρχομαι πιο κοντά με τον εαυτό μου. Δεν θέλω να χάνω αυτό το κομμάτι, οπότε βλέπω τους φίλους μου, βλέπω αρκετές ταινίες, μαγειρεύω και ασχολούμαι με τον γάτο μου, που τον λατρεύω.

Κ.Λ.: Είναι πολύ ενδιαφέρον που δίνεις στον εαυτό σου μικρά διαλείμματα. Πολλοί ηθοποιοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την καθημερινή τριβή με τη δουλειά τους.

Κ.Γ.: Είναι απολύτως λογικό. Εκπαιδευόμαστε με έναν τρόπο που από τις σχολές ακόμα μας λένε πως δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα. Σπάνια ακούς έναν καθηγητή να σου πει «Έχεις κάνει την καλύτερη επιλογή». Θέλουμε να νιώθουμε ενεργοί γιατί η ανεργία είναι φοβιστική αλλά και πραγματική. Έπειτα έρχεται και το πρακτικό, δηλαδή το οικονομικό. Γνωρίζουμε ότι δεν θα κάνουμε πολλά λεφτά. Επίσης, όσο και να δουλέψουμε, δεν υπάρχει ούτε ένα σταθερό επίδομα που σε καιρούς ανεργίας θα μας κάνει να νιώσουμε αξιοπρεπείς. Να μπορούμε να πούμε ότι «Τώρα που είμαι άνεργος, παίρνω αυτά τα λίγα χρήματα, κάνω και κάτι άλλο συγχρόνως, σέβομαι την τέχνη μου και θα κάνω υπομονή μέχρι να βρεθεί η επόμενη δουλειά». Δεν νιώθουμε αξιοπρεπείς και ο φόβος της αποχής μάς δημιουργεί τη μανία να θέλουμε πάντα να δουλεύουμε πάνω σε κάτι.

Κ.Λ.: Πριν από τρία χρόνια για τις ανάγκες της ταινίας Ακίνητο Ποτάμι βυθίστηκες οικειοθελώς μέσα στον πάγο μιας λίμνης στη Λετονία. Μίλησέ μας για αυτή την εμπειρία.

Κ.Γ.: Ήταν η σκηνή της βάφτισης της ηρωίδας. Έκανα αρκετή προετοιμασία για αυτό. Υπήρχε η δυνατότητα να γίνει σε στούντιο σε green –μια διαδικασία που στο post-production γίνεται τεχνητά αληθοφανής–, αλλά δεν ήθελα να γίνει έτσι. Επομένως ξεκίνησα προετοιμασία καιρό πριν με χειμερινά μπάνια για να αρχίσει το σώμα να φεύγει από τον συνδυασμό ζέστη-κρύο. Είχαμε αθλητίατρο στο γύρισμα που ήξερε όλη τη διαδικασία. Επίσης, πριν από το γύρισμα έκανα μια προπόνηση σε μπανιέρες αθλητών, όπου γίνονται εναλλαγές κρύου με ζεστό νερό, και έτσι μετρούσαμε τον χρόνο που θα μπορούσα να μείνω μέσα στη λίμνη.

Κ.Λ.: Για την ταινία αυτή έζησες αποσπασματικά δύο χρόνια στη Σιβηρία. Αν μπορούσες να ζήσεις και να εργαστείς οπουδήποτε στο εξωτερικό, πού θα ήταν αυτό και γιατί;

Κ.Γ.: Δεν με ενδιαφέρει να φύγω. Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Έχω βρεθεί στην Berlinale στο talent campus, έχω δουλέψει εκτός Ελλάδας στη Ρωσία, τη Λετονία και την Πολωνία στο Nowy Teatr, το θέατρο του Krzysztof Warlikowski, αλλά δεν θα με ενδιέφερε να πάω να ζήσω στο εξωτερικό επί τούτω. Για κάποιον λόγο δεν έχω νιώσει αυτή την ανάγκη. Σίγουρα η ομάδα Krzysztof Garbaczewski, στην Πολωνία, είναι μια μοναδική εμπειρία και η αλήθεια είναι πως μου αρέσει αυτή η χώρα, αλλά σε κάθε ταξίδι ο παρονομαστής είναι η δουλειά και όχι ένα lifestyle που κυνηγάω.

Κ.Λ.: Στην ταινία καπνίζεις σε κάθε σκηνή, σχεδόν εμμονικά. Είναι όντως τσιγάρα αυτά που καπνίζεις, πόσα χρειάστηκαν για ολόκληρη την ταινία; Ποια είναι η σχέση σου με τις καταχρήσεις;

Κ.Γ.: Είναι κανονικά τσιγάρα, άφιλτρα, ΑΣΟΣ. Καπνίζω πάρα πολύ, αλλά ήταν η πρώτη φορά που αηδίασα με το τσιγάρο. Ήταν η πρώτη φορά που είχα τάση για εμετό από το κάπνισμα. Για την Καρυοφυλλιά ήταν ακόμα χειρότερα, μια και δεν καπνίζει. Το τσιγάρο είναι για εμένα το χειρότερο πράγμα που κάνω στον εαυτό μου, γιατί με ελέγχει. Θα ήθελα να το ελαττώσω, αλλά μου είναι πολύ δύσκολο.

Κ.Λ.: Ποια θα ήθελες να είναι η δική σου υστεροφημία; Αν γινόταν μια ταινία για εσένα, πώς θα ήθελες να είναι;

Κ.Γ.: Προτιμώ την καθημερινή τριβή με τη μνήμη. Τη μνήμη την συντηρούν οι προσωπικές σχέσεις. Άλλωστε τα σενάρια που ενδιαφέρουν είναι εκείνα που έχουν ζωή μέσα τους.

Φωτογραφίες:Στέφανος Παπαδόπουλος

Styling:Σοφία Τσακίρη