Γιώργος Λάνθιμος: Όλα όσα δεν ξέρουμε για τον υποψήφιο για Όσκαρ Έλληνα δημιουργό

Από τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο,

Με 140 ημέρες συνεχόμενων προβολών σε σύνολο 20 εβδομάδων, ο Αστακός ήταν η πιo εμπορική ανεξάρτητη ταινία της χρονιάς στην Αμερική. Το φαινόμενο «Λάνθιμος» μαγεύει με τη στρωτή αφήγηση των αντισυμβατικών ιστοριών και την ανάπτυξη των ιδιαίτερων ηρώων του. Ποιος είναι, όμως, ο άνθρωπος πίσω από το δημιουργό;

«Είμαι ένας πολύ κλειστός άνθρωπος – για την ταινία μου έδωσα ελάχιστες συνεντεύξεις. Άλλωστε, δεν έχω να εξηγήσω πολλά. Νομίζω ότι η μόνη μου, ελάχιστη, ικανότητα είναι να κάνω αυτά που κάνω και η διαδικασία τού να τα εξηγώ ή να τα αναλύω με φέρνει σε τρομερή αμηχανία» δήλωνε ο Γιώργος Λάνθιμος σε συνέντευξή του το 2008, στον απόηχο της επιτυχίας της ταινίας του Κινέττα και λίγο πριν τον πολυβραβευμένο Κυνόδοντα, που κατέκτησε τις Κάννες και έφτασε στα Όσκαρ.

Η εξελικτική κινηματογραφική πορεία του τα λέει όλα: Κινέττα, Κυνόδοντας, Άλπεις, Αστακός. Τέσσερις πολυβραβευμένες ταινίες, με τίτλους μία λέξη η καθεμία, στις οποίες μπορείς να δώσεις όποια ερμηνεία θες. Αυτό κάνει ο Γιώργος Λάνθιμος. Χρησιμοποιεί κάτι κοινότυπο που σε «αναγκάζει» να δώσεις τη δική σου σκέψη ή ερμηνεία πάνω στο δεδομένο ή το μονοδιάστατο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι New York Times, με την κυκλοφορία του Κυνόδοντα, τον συμπεριέλαβαν στη λίστα με τους είκοσι ανερχόμενους σκηνοθέτες που κάποιος αξίζει να γνωρίσει.

«Θα έλεγα ψέματα ότι δεν στενοχωρήθηκα που χάσαμε το Όσκαρ» δήλωνε μετά τα βραβεία του 2011, όπου βρέθηκε υποψήφιος με τον Κυνόδοντα. «Ομως αυτή η υποψηφιότητα ήταν μια τεράστια επιτυχία από μόνη της. Δεν σημαίνει πολλά μόνο για μένα και τους συνεργάτες μου, αλλά και για την ίδια την κατηγορία του Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, αφού η ταινία συζητήθηκε όσο καμία άλλη, ως μία από τις πιο τολμηρές επιλογές της Ακαδημίας εδώ και πάρα πολλά χρόνια». Μπορεί ο Κυνόδοντας να έχασε το βραβείο από την ταινία In A Better World, αλλά αυτή ήταν μόνο η αρχή για την ξέφρενη πορεία του Έλληνα δημιουργού προς την επιτυχία και τη διεθνή αναγνώριση.

Μεγαλώνοντας στην Αθήνα και γιος του μπασκετμπολίστα της ομάδας του Παγκρατίου και παίκτη της Εθνικής Ελλάδος Αντώνη Λάνθιμου, δεν πήρε μόνο την κορμοστασιά του πατέρα του, αλλά και το ταλέντο του στο μπάσκετ, καθώς μικρός έπαιζε και ο ίδιος στην ομάδα του Παγκρατίου. Δεν ήταν αυτό το όνειρό του. «Ο Γιώργος δεν είχε πολλούς φίλους. Δεν ήταν το χαρούμενο, «έξω καρδιά» παιδί. Πολύ σοβαρός, μετρημένος και υπεύθυνος. Δεν έλεγε πολλά λόγια. Θυμάμαι είχε από το νηπιαγωγείο έναν κολλητό φίλο, τον Αριστείδη. Κάθονταν οι δυο τους και συζητούσαν όλη την ώρα για τις Τέχνες. Τελικά ο Αριστείδης ασχολήθηκε με τη μουσική και ο γιος μου έγινε σκηνοθέτης» είπε πρόσφατα ο πατέρας του σε συνέντευξή του.

lanthimos-oscar-people-194-20

Γεννημένος στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου το 1973, μετά το χωρισμό των γονιών του στα 9 του χρόνια μεγάλωσε με τη μητέρα του, με την οποία ζούσε μέχρι και τα 19 του, όταν εκείνη έφυγε απρόσμενα από τη ζωή. Ο Γιώργος ολοκληρώνει τα σχολικά χρόνια στου Μωραΐτη, περνάει στη σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων, σπουδές που δεν ολοκληρώνει, για να ακολουθήσει το όνειρο του. Επιλέγει να σπουδάσει σκηνοθεσία τηλεόρασης και κινηματογράφου στη σχολή Λυκούργου Σταυράκου, χωρίς πάλι να αποφοιτήσει – παρέα με το φίλο του και επίσης σκηνοθέτη Μπάμπη Μακρίδη. Σκηνοθετεί διαφημιστικά που κάνουν ντόρο (χαρακτηριστικές του δουλειές που αγαπήθηκαν από το κοινό το «Δεν έχουμε Ίμπιζα», όπως και το «Πουτ δε κοτ ντάουν»). Στη συνέχεια σκηνοθετεί ίσως τα πρώτα καλαίσθητα βιντεοκλίπ της δεκαετίας του ’90 ανεβάζοντας συνολικότερα τον πήχη του επιπέδου παραγωγών στο χώρο των μουσικών προωθητικών βίντεο («Στην πίσω τσέπη του blue jean» – Κατερίνα Κυρμιζή, «Silver circle» – Νίκος Γρηγοριάδης, «Δέκα εντολές» – Δέσποινα Βανδή, «Άντεξα», «Θέλεις ή δεν θέλεις», «Δεν έχει σίδερα η καρδιά σου» – Σάκης Ρουβάς κ.λπ.). Ο τρόπος που κινηματογραφεί τους τραγουδιστές μετατρέπει τους άσημους σε διάσημους και τους ποπ σταρ σε είδωλα.

Όπως δήλωσε χρόνια μετά ο ίδιος στο Issue Magazine, «Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, δεν είναι πολύ σύνηθες για ένα νεαρό αγόρι να λέει “όταν μεγαλώσω, θα κάνω ταινίες”. Τουλάχιστον τότε δεν υπήρχαν πολλοί δημιουργοί ταινιών και βιομηχανία. Οπότε ενδιαφερόμουν για το σινεμά, αλλά ξεκίνησα με ένα πλάνο που ακουγόταν πιο εφικτό – να σπουδάσω φιλμ και τηλεόραση με σκοπό να φτιάχνω διαφημιστικά, που είναι μια πραγματική δουλειά, από την οποία μπορεί κάποιος να βιοπορίζεται. Για αυτό πήγα σε Σχολή Κινηματογράφου. Φυσικά, στη σχολή ερωτευόμουν όλο και πιο πολύ το σινεμά. Παρόλο που ξεκίνησα φτιάχνοντας πολλά διαφημιστικά, πολύ νωρίς –εκεί απέκτησα την τεχνική εμπειρία– πάντα είχα στο μυαλό μου πως ήθελα να κάνω ταινίες.

Έτσι, από κάποιο σημείο, ξεκινήσαμε να κάνουμε τις δικές μας ταινίες – ζητώντας χάρες από φίλους, χρησιμοποιώντας τα σπίτια τους, τα ρούχα τους, τα αυτοκίνητά τους… Φτιάχνοντας διαφημιστικά, επενδύοντας τα χρήματα που κερδίζαμε από τα διαφημιστικά και δουλεύοντας με φίλους, καταφέραμε να κάνουμε το πρώτο μας φιλμ χωρίς πολλή υποστήριξη, που στην Ελλάδα ούτως ή άλλως δεν υπάρχει».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.

Πηγή: Peoplegreece.com