Η Βερόνικα Αργέντζη ήταν καλεσμένη στην εκπομπή “Στούντιο 4” το απόγευμα της Πέμπτης. Η γνωστή ηθοποιός μίλησε μεταξύ άλλων για τα παιδικά της χρόνια, τους γονείς της, αλλά και την ενασχόλησή της με την υποκριτική.
«Όταν ήμουν μικρή αισθανόμουν ότι κάτι μου λείπει, που τ’ άλλα τα παιδιά το ‘χουν, ενώ εγώ δεν το ‘χω. Αυτό ήταν η κοινωνική ταυτότητα, η κοινωνική αποδοχή», είπε αρχικά η Βερόνικα Αργέντζη που ανέφερε ότι η μητέρα της ήταν τραπεζική υπάλληλος και εκείνη μεγάλωνε της με τον παππού και τη γιαγιά της.
“Ήθελα την αγάπη, ήθελα την αγκαλιά”
Και συνέχισε: «Εγώ εισέπραττα, αυτόν τον ψίθυρο “ψιτ, πιανού είν’ αυτό το παιδί; πιανού είν’ αυτό το παιδί;”. Τότε υπήρχε αυτό. Τη μαμά την έβλεπα κάθε φορά που ερχόταν να με δει και μ’ έπαιρνε, γεμάτη δώρα, όποτε της το επέτρεπε η δουλειά, είτε ήταν Σαββατοκύριακο είτε με έπαιρνε κάποια στιγμή εκεί.
Θυμάμαι όταν η μητέρα μου μου έφερε μία κούκλα El Greco, από αυτές τις πολύ ωραίες κούκλες, μεγάλες, με τα μαύρα τα μαλλάκια και το στρογγυλό πρόσωπο. Ήμουν 6 – 7 χρόνων. Όλα τα παιδιά λοιπόν, σαν τα μελισσάκια, είχανε έρθει και τραβούσαν την κούκλα να δούνε πώς είναι, τι φοράει. Εγώ, νομίζω τα λέει όλα, πήγα πίσω από μία κολώνα της ΔΕΗ, την κράτησα αγκαλιά και κοίταζα τα παιδιά που είχανε την κούκλα. Η έννοια μου ήταν στη μητέρα. Αργότερα στη ζωή μου, δεν με εντυπωσίασε ποτέ η ύλη. Ήθελα άλλα πράγματα να γεμίσουν την ψυχή μου. Εγώ εκείνη τη στιγμή ήθελα τη μαμά μου. Ήθελα την αγάπη, δηλαδή. Ήθελα την αγκαλιά».
Για τη σχέση της με τη μητέρα της, η Βερόνικα Αργέντζη τόνισε: «Μεγαλώνοντας μείναμε πολλά χρόνια μαζί με τη μητέρα μου. Όταν βρέθηκα στην Αθήνα και μείναμε μέχρι και το τέλος, δηλαδή το ’11 που έφυγε από τη ζωή. Δεν τα είπαμε όλα. Μου λείπει που δεν τα είπαμε όλα. Αισθάνομαι ότι δεν ξέρει κανένας τι ξημερώνει, λέω πάντα “Θεέ μου, σε παρακαλώ πάρα πολύ, δώσ’ μου τον χρόνο να αδειάσω μέσα μου διάφορα πράγματα και να λειάνω, αν όχι να εξαφανίσω, ό,τι αρνητικό μπορεί να έχω φέρει στη ζωή μου εδώ”. Αυτό με βασανίζει», είπε στη συνέχεια.
Για τον πατέρα της, τέλος, εξομολογήθηκε: «Τον μπαμπά τον γνώρισα στα 14 μου και μετά από λίγο έφυγε. Ας πούμε ότι δεν υπήρχε. Έφυγε κυριολεκτικά από τη ζωή».