Search
Close this search box.
Πηνελόπη Πλάκα: «Δεν ήξερα το σπίτι, δεν ήξερα την μαμά μου και τον μπαμπά μου…»
Πηνελόπη Πλάκα
Credit: pinelopiplaka/instagram

Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης παραχώρησε η Πηνελόπη Πλάκα στο “ga-Ranti” podcast. Η γνωστή ηθοποιός μίλησε, μεταξύ άλλων και για την παιδική της ηλικία και συγκεκριμένα ανέφερε, ότι οι γονείς της την απέκτησαν σε πολύ μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει με τον παππού και τη γιαγιά.

«Μεγάλωσα με τη γιαγιά και τον παππού μου. Τότε ειδικά η γυναίκα ήταν κάτω από τον άντρα, όχι σαν τώρα που λέμε ότι είμαστε ίσες και τέρμα με αυτό το παραμύθι. Όμως ήταν η γιαγιά που έλεγε κάτι και ο παππούς έλεγε ‘ναι’. Ο παππούς ήταν αυτός που στενοχωριόταν, όμως στο καφενείο νόμιζαν ότι ο παππούς κάνει κουμάντο στο σπίτι. Όταν πέθανε η γιαγιά, ο παππούς παρέλυσε και πέθανε ύστερα από λίγο. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα πήγαινε στον τάφο της για να της μιλάει».

Στη συνέχεια η Πηνελόπη Πλάκα εξήγησε, ότι ο παππούς και η γιαγιά της έμεναν σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη και μέχρι την ηλικία των έξι ετών ζούσε και η ίδια εκεί μαζί τους. «Οι γονείς μου δούλευαν. Ήταν και πολύ μικρή σε ηλικία η μητέρα μου, 22 χρονών, δεν είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο. Οπότε ήθελε να αφοσιωθεί εκεί και μεγάλωσα με τη γιαγιά και τον παππού. Για πολύ λίγο στην αρχή. Βέβαια μετά δεν με άφηνε η γιαγιά μου να φύγω, έλεγε: “Το παιδί θα μεγαλώσει με νταντά. Ας το κρατήσουμε εμείς εδώ”. Ήταν μισή ώρα το σπίτι του ενός από του άλλου, η γιαγιά και ο παππούς έμεναν σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εγώ μεγάλωσα έξι χρόνια εκεί. Ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου, με τις κότες μου, τα γουρουνάκια μου, τα κατσικάκια μου και τα βατραχάκια μου. Ελεύθερη ζωή, καταπληκτικά χρόνια».

Ωστόσο σε άλλο σημείο της συνέντευξης η ηθοποιός εξομολογήθηκε, ότι όλη αυτή τη συνθήκη τη βίωσε ως εγκατάλειψη, ενώ τέλος ανέφερε πόσο δύσκολο ήταν για την ίδια, όταν έπρεπε στα εφτά της χρόνια να φύγει από το χωριό και να πάει στη Θεσσαλονίκη.

«Τώρα το λέω υπέροχα, σαν παραμύθι αλλά έκανα πολλή δουλειά αργότερα στην ψυχοθεραπεία, γιατί το βίωσα σαν μια εγκατάλειψη. Αργότερα, μεγαλώνοντας είπα: “Γιατί με αφήσατε και κρατήσατε τον αδερφό μου;” Η μητέρα μου μετά από δυο χρόνια ξαναγέννησε και τον κράτησε με τη βοήθεια μιας κοπέλας. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Υποσυνείδητα έλεγα ότι εμένα με άφησαν. Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι εγώ ήμουν τυχερή, γιατί έζησα όλα αυτά τα πράγματα. Μου έβγαινε η εγκατάλειψη. Ούτε είχα συζητήσει ποτέ με τη μητέρα μου ποιοι είναι οι λόγοι, τι συνέβαινε, τι σκεφτόταν».

«Αργότερα, όταν έκατσα και το συζήτησα μαζί της, φοβόταν πάρα πολύ να πιάσει το μωρό, δεν ήξερε… Είχε άλλα στο μυαλό της, που εγώ δεν μπορούσα να το σκεφτώ. Τη δικαιολόγησα. Ήταν και πάρα πολύ καλή μητέρα. Για εμένα ήταν πολύ βίαιος ο αποχωρισμός από το σπίτι μου, γιατί εμένα το σπίτι μου ήταν στο χωριό, οι γονείς μου ήταν στο χωριό, η μυρωδιά της ασφάλειάς μου ήταν εκεί. Μου ήταν πολύ βίαιο που στα 7 έπρεπε να πάω σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήξερα το σπίτι, δεν ήξερα την μαμά μου και τον μπαμπά μου σαν μαμά και μπαμπά. Τους ήξερα γιατί έρχονταν τα Σαββατοκύριακα αλλά δεν ήξερα, όπως δεν ήξερα τον αδελφό μου σαν αδελφό μου, τους ήξερα μόνο τα Σαββατοκύριακα.»

Tags:

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Newsletter

#StayInStyle

Λάβετε ειδοποίηση για νέα άρθρα