Ο Χρήστος Δάντης βρέθηκε καλεσμένος στο νέο επεισόδιο του vidcast «Stage Stories». Ο γνωστός τραγουδιστής προχώρησε σε αποκαλύψεις για τα τραγούδια το «Παλιό μου παλτό» και τα «Δακτυλικά Αποτυπώματα», που αρχικά προορίζονταν για άλλους ερμηνευτές.
«Νομίζω ότι το πιο σημαντικό είναι ένας τραγουδιστής που γράφει τραγούδια να μην τα κρατάει για τον εαυτό του. Η επιτυχία είναι δώρο. Δηλαδή, το να γράφεις τραγούδια και να τα δίνεις σε άλλους τραγουδιστές δείχνει απλοχεριά και έλλειψη φόβου για το αν μπορεί να σε ξεπεράσουν ή όχι, αν φοβάσαι ότι θα σε ξεπεράσουν κλπ. Δείχνει έναν άνθρωπο ανοιχτόκαρδο, το αντίθετο του τσιγκούνη. Ο τσιγκούνης είναι λειψός σε όλα και στερείται, ενώ ένας άνθρωπος ο οποίος μοιράζεται και δίνει απλόχερα πράγματα νομίζω ότι απολαμβάνει περισσότερη αγάπη στην πορεία της ζωής του», είπε αρχικά ο Χρήστος Δάντης.
Και πρόσθεσε: «Εγώ πάντα γράφω τα τραγούδια έχοντας υπόψιν μου τη φωνή στην οποία θέλω να τα δώσω. Μπορεί να μην το πάρει αυτός. Για παράδειγμα, το “Κουβέντα στην κουβέντα” είχε το είχα γράψει για άλλον τραγουδιστή. Είχε πάει σε δέκα τραγουδιστές που το απέρριψαν και οι δέκα. Ο πρώτος, ο αρχικός, για τον οποίο το είχα γράψει, το κράτησε και το σκεφτόταν για κανένα χρόνο. Τελικά δεν μπήκε. Μπήκαν κάποια άλλα τραγούδια στο δίσκο αυτόν και το “Κουβέντα στην κουβέντα” έμεινε αμανάτι, που λένε.
Και περίμενε τον άνθρωπο που θα το τραγουδήσει. Και όταν μου έκαναν την πρόταση για την Πάολα, είχα γράψει δύο τραγούδια τότε. Το ένα ήταν -θεωρούσα ότι έπρεπε να γίνει πρώτο single, το “Αμαρτωλό”, έγινε δεύτερο και έκανε εξίσου μεγάλη επιτυχία- αλλά όταν μου ήρθε αυτή η πρόταση, εκεί μου καρφώθηκε η ιδέα ότι αυτή είναι η φωνή που θα μπορούσε να το πει καλά».
Η αποκάλυψη για το “Δακτυλικά Αποτυπώματα”
Και συνέχισε ο Χρήστος Δάντης: «Ιούλιο του ’90 κυκλοφόρησε το “Δακτυλικά Αποτυπώματα”, που ήταν ένα δοκιμαστικό άλμπουμ για να μη με διώξει η εταιρεία. […] Και κάναμε τα “Δακτυλικά Αποτυπώματα” με τον Γιάννη Καραλή. […] Γράψαμε δέκα τραγούδια, παρουσιάζουμε το άλμπουμ και δεν αρέσει στην εταιρεία καθόλου. Είναι η εταιρεία όλη με σκυμμένο το κεφάλι. Εκτός από τον Γιάννη Δουλάμη, ο οποίος ήταν ο παραγωγός του άλμπουμ, έκανε την διεύθυνση παραγωγής. Μόνο στον Γιάννη άρεσε τον Δουλάμη, στον Γιάννη τον Καραλή και σε μένα.
Και το παραδέχτηκε και η εταιρεία μετά. Λέει “πέσαμε έξω στις προβλέψεις μας”. Με το που κυκλοφόρησε το τραγούδι, μέσα σε είκοσι ημέρες δεν ακούστηκε τίποτα άλλο εκείνο το καλοκαίρι. Τίποτα άλλο. Βασικά όχι, θα είμαι ψεύτης αν δεν πω ότι ακουγόταν και ο Μπίγαλης. Είχε κάνει και ο Μπίγαλης τότε το “Ρίνα Κατερίνα” και γινόταν χαμός με αυτά τα δύο τραγούδια όλο το καλοκαίρι. Ήμασταν τυχεροί. Αυτό με κράτησε».
Και κατέληξε: «Το “Παλιό μου παλτό”, ας πούμε, ήταν γραμμένο για τον Βασίλη Καρρά. Και δεν το ‘πε ο Βασίλης. Του λέει ”Α, βρες κανέναν άλλο του λέει να του ταιριάζει το τραγούδι που θα πω εγώ “ψιχουλάκια από σνακ και τέτοια”. Λοιπόν, ε και το πήρα και το έκανα demo τότε από τον Λάκη τον Παπαδόπουλο. Μου το σφύριξε αυτό η Κατερίνα Παπαδοπούλου, η γυναίκα του. Μου λέει “Πήγαινε στον Λάκη. Έχει ένα τραγούδι που λέγεται ‘Το παλιό μου παλτό’ και ζήτα του να στο βάλει να το ακούσεις”.
Ο Λάκης είχε στραβώσει με το τραγούδι. Το είχε γράψει χρόνια, το είχε σε μια κασέτα, το είχε αφήσει έτσι παρατημένο και είχε στραβώσει με το τραγούδι. Έλεγε “Δεν ξέρω τι θα το κάνω”. Αφού έψαξε μισή ώρα ανάμεσα σε κασέτες για να το βρει, το άκουσα το τραγούδι και μου ‘πεσε το στόμα, παιδιά, μου ‘πεσε το σαγόνι και του λέω ”Τι είναι αυτό ρε; Θα μου δώσεις την κασέτα να το πάρω να το κάνω ένα demo;”. Εντάξει, ήταν λίγο διαφορετικό ενορχηστρικά το τραγούδι.
Και το τροποποίησα έτσι λίγο, το άλλαξα και του το στέλνω το demo. Μου λέει ”Ε, ωραία το λες, αλλά δε θέλω,” μου λέει ”να το βγάλουμε το τραγούδι.” Του λέω ”Γιατί ρε συ;”. ”Ε, δε θέλω,” μου λέει ”Άσε να σου δώσω τα άλλα δύο που σου άρεσαν.”
Είχε στραβώσει με το τραγούδι. Πολύ. Και του έκανα τον άρρωστο εγώ. Τον πήρα τηλέφωνο μετά από δύο μέρες και του είπα ότι είμαι στο νοσοκομείο από τη στενοχώρια μου, ότι έπαθα στο στομάχι μου κτλ. επειδή δε θα τραγουδήσω το τραγούδι. Και αυτός ήταν πονόψυχος πολύ και μου λέει “άντε ρε, βγάλ’ το”».