Η Αντιγόνη Κουλουκάκου ήταν το πρωί της Πέμπτης 19/3 καλεσμένη στην εκπομπή “Buongiorno” και εμφανίστηκε στο πλατό με γκρίζα μαλλιά και χωρίς μακιγιάζ.
Η γνωστή ηθοποιός έχει επιλέξει να μην βάφει το τελευταίο διάστημα τα μαλλιά της αδιαφορώντας να φαίνονται τα λευκά. «Έχω βάλει λίγο κονσίλερ και λίγο μάσκαρα. Δεν μου αρέσει να βάφομαι ιδιαίτερα. Τα μαλλιά τα άφησα για ρόλο. Παρ’ όλα αυτά μου αρέσουν πολύ. Ήθελα να φαίνομαι λίγο πιο παραμελημένη για τον ρόλο, η γυναίκα που υποδύομαι είναι περίπου στην ηλικία μου, απλά είναι μια παραμελημένη, κακοποιημένη γυναίκα και ήθελα να φαίνομαι ατημέλητη. Είναι μια γυναίκα σε ένα χωριό που δεν περιποιείται γιατί ο άντρας της είναι ζηλιάρης και έχει αφεθεί. Είχε κάποτε μια λάμψη και μια ομορφιά κι αυτό έχει χαθεί με τα χρόνια» είπε η Αντιγόνη Κουλουκάκου.
«Θα παρουσίαζα μια εκπομπή για παιδιά. Είναι αυτό που λείπει από την τηλεόραση. Δεν έχουμε δει εκπομπή για παιδιά. Μια εκπομπή που πρωταγωνιστές να είναι τα ίδια τα παιδιά. Θεωρώ ότι έχω καλή επικοινωνία με τα παιδιά» ανέφερε επίσης η ηθοποιός.
«Δεν μου έχουν πει κάτι πολύ κακό στα social. Εγώ απαντάω σε αυτά που μου γράφουν, συζητάω. Και 9 στις 10 φορές η συζήτηση που έχει αναπτυχθεί μετά με αυτόν τον άνθρωπο, έχουμε έρθει σε μια συνεννόηση. Για μένα αυτό είναι επίτευγμα…» είπε σε άλλο σημείο η Αντιγόνη Κουλουκάκου.
Το θεατρικό έργο που πρωταγωνιστεί η Αντιγόνη Κουλουκάκου
Η Αντιγόνη Κουλουκάκου πρωταγωνιστεί στο θεατρικό έργο «Το δέντρο που ματώνει» του Angus Cerini, στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα» σε σκηνοθεσία Αλέξιου Κοτσώρη.
Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό, σκοτεινό και λυρικό δράμα που μιλά για το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας και εκδίκησης. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια απομακρυσμένη, μικρή πόλη της αγροτικής Αυστραλίας και επικεντρώνεται σε τρεις γυναίκες: μια μητέρα και τις δύο κόρες της. Αρχίζει με την δολοφονία του βίαιου συζύγου/πατέρα από τη μητέρα, με μια σφαίρα στον λαιμό, με συμμετοχή των δύο κοριτσιών. Μια πράξη εκδίκησης που ακολουθεί πολλά χρόνια σωματικών και ψυχικών βασανιστηρίων και των τριών.
Η δραματική ένταση του έργου εστιάζεται στην προσπάθεια των τριών γυναικών να κρύψουν/εξαφανίσουν/ξεφορτωθούν το πτώμα, ενώ ο ολιγάριθμος και μέχρι τότε αμέτοχος περίγυρός τους αρχίζει να επισκέπτεται το σπίτι, από τη μια, προφασιζόμενος πλήρη άγνοια του γεγονότος και από την άλλη, δείχνοντας μιαν ιδιότυπη «προστασία». Το έργο εστιάζει στις τρεις ημέρες που ακολουθούν τον φόνο με τις τρεις γυναίκες να έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωπες με τις συνέπειες της πράξης τους, αλλά και με μία, μέχρι τώρα άγνωστη, αίσθηση ελευθερίας.