Ο νέος της ρόλος τη θέλει την «Πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο». Και δεν πέφτει έξω. Απλώς ο πλούτος της Madame Huppert δεν μετριέται σε ευρώ, αλλά σε ευρωπαϊκό σινεμά.
Από την Πόλυ Λυκούργου
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: η Isabelle Huppert δεν είναι απλώς μία από τις μεγαλύτερες και πιο επιδραστικές πρωταγωνίστριες των τελευταίων δεκαετιών στο θέατρο και το σινεμά. Είναι μία Grande Dame. Μία θεότητα.
Από την αρχή της καριέρας της, πριν από αρκετές δεκαετίες, μέχρι και σήμερα στα 72 της χρόνια, δεν «υποδύεται» απλώς ρόλους, αλλά τους απογυμνώνει μέχρι το σημείο αμηχανίας – δικής μας αμηχανίας. Εκείνη παραμένει ακλόνητη, ανέγγιχτη, μία θεότητα που παρατηρεί από ψηλά, μία ντίβα που κρατά απόσταση, μία ηθοποιός που δεν χάνει ποτέ τη σύνδεση με το θεατή, τον έλεγχο του βλέμματος. Δεν την ενδιαφέρει να γίνει συμπαθής, βουτά με το κεφάλι στα σκοτάδια, τον πόνο, τη διαστροφή και μάς συστήνει τις ηρωίδες της με ένταση, ρίσκο, ακρίβεια κι έναν δικό της, ολόδικό της, τσαμπουκά.
Με αυτόν τον ίδιο τσαμπουκά, διεκδίκησε συνεργασίες που την έβγαλαν από τα όριά της, αλλά κι από τα σύνορα της Γαλλίας – από τον Michael Cimino μέχρι τον Michael Haneke, από τον Claude Chabrol μέχρι τον Paul Verhoeven, από τον Hal Hartley μέχρι τον Hong Sang-soo, στη φιλμογραφία της συναντά κανείς μερικούς από τους πιο καθοριστικούς δημιουργούς του σύγχρονου σινεμά.
Την έχουμε συναντήσει αρκετές φορές για συνεντεύξεις και ποτέ δεν είναι ίδια. Αν είναι κουρασμένη, θα στο δείξει. Αν βαριέται, θα σου το πει. Αν την ενδιαφέρουν οι ερωτήσεις σου θα πάρει φωτιά. Αν όχι, θα απαντάει σχεδόν μονολεκτικά.
Αυτήν τη φορά η αφορμή δόθηκε στις Κάννες, λίγες ώρες πριν την πρεμιέρα της νέας της ταινίας, Η Πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο. Σε αυτήν η Huppert υποδύεται αυτό που λέει ο τίτλος: μία πάμπλουτη μεγάλη κυρία, μία mondaine της γαλλικής αριστοκρατίας, η οποία όμως πέφτει θύμα ενός επιτήδειου τυχοδιώκτη και ξεσπά ένα σκάνδαλο που την φέρνει σε ρήξη με την οικογένειά της και την εκθέτει επιχειρηματικά, κοινωνικά και πολιτικά.
Αν κάτι σας θυμίζει η υπόθεση είναι γιατί η ταινία βασίζεται σε ένα πραγματικό σκάνδαλο, το «Bettencourt Αffair». Το 1987, η Liliane Bettencourt, κληρονόμος και ηγετική φιγούρα της L’Oréal, γνώρισε τον François-Marie Banier, έναν Γάλλο συγγραφέα, καλλιτέχνη και φωτογράφο διασήμων, όταν εκείνος ανέλαβε να τη φωτογραφίσει για το γαλλικό περιοδικό Egoïste. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έγιναν φίλοι και εκείνη η ευεργέτιδά του (με δωρεές που άγγιξαν τα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Η υπόθεση πήρε τεράστια δημοσιότητα στη Γαλλία, καθώς ενεπλάκησαν οικογενειακές διαμάχες, πρόσωπα της πολιτικής ζωής και ερωτήματα για τη διαχείριση της τεράστιας περιουσίας της.
Madame Huppert, πόσα γνωρίζατε εσείς προσωπικά για αυτήν την ιστορία, για αυτό το σκάνδαλο που συγκλόνισε τη Γαλλία;
Πολύ λίγα. Όσα ξέραμε όλοι διαβάζοντας εφημερίδες, ακούγοντας ειδήσεις. Όμως η ταινία δεν είναι η ιστορία της Bettencourt, δεν είναι αναπαράσταση γεγονότων. Είναι σινεμά – έχει ένα σενάριο, είναι μία φιξιόν ταινία. Για αυτό έχουν αλλάξει και τα ονόματα. Για μένα, που δεν έχω τίποτα κοινό με αυτήν τη γυναίκα, ήταν ένα ταξίδι σε έναν μυθοπλαστικό κόσμο. Δεν με ενδιέφερε η πραγματική ιστορία, διάβασα απλώς το σενάριο κι εμπιστεύτηκα το σινεμά. Στη Γαλλία βέβαια λέμε συχνά ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ισχύει απόλυτα.
Λέτε πώς δεν έχετε τίποτα κοινό με την ηρωίδα σας. Πώς μεταμορφώνεται λοιπόν μία ηθοποιός στην «πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο»; Τι κάνατε για να την καταλάβετε, να την προσεγγίσετε;
Έχει πολύ μεγάλη σημασία η συνθήκη στο σινεμά: πώς σε ντύνουν, πώς σε βάφουν, σε ποια σκηνικά σε τοποθετούν, πώς σε στήνουν. Γλιστρώντας μέσα στο σετ, φορώντας τα ρούχα, έχοντας ένα συγκεκριμένο βάψιμο και χτένισμα (στη Γαλλία είναι πολύ συγκεκριμένος ο τρόπος που χτενίζουν τα μαλλιά τους οι μπουρζουά κυρίες) έχεις μία πολύ καλή αφετηρία για να μεταμορφωθείς. Από εκεί και πέρα, εγώ έπαιξα με τη σωματικότητά μου και το ύφος μου. Σκεφτόμουν ότι μία γυναίκα αυτού του οικονομικού και κοινωνικού στάτους δεν έχει στ’ αλήθεια κάτι για το οποίο ανησυχεί ή φοβάται. Δεν έχει το στρες μίας μέσης γυναίκας. Κι αυτό ήθελα να βγαίνει στο πώς κινείται, πώς κουβαλά τον εαυτό της. Έχει αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την κοινωνική της θέση, την περιουσία και την εξουσία της – μέχρι τα ακροδάχτυλά της.

Πράγματι, η Marianne Farrère, η ηρωίδα σας, είναι μία γυναίκα που ο αμύθητος πλούτος και η κοινωνική της θέση την κάνουν να αναρωτιέται διαρκώς ποια είναι τα πραγματικά κίνητρα των ανθρώπων που την πλησιάζουν. Έχετε αισθανθεί κάτι παρόμοιο για τους δικούς σας λόγους: είστε μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς της γενιάς σας, με διεθνή αναγνώριση και τεράστια προβολή. Φέρνει τις ίδιες σκέψεις η διασημότητα;
Μπορεί, αλλά εγώ δεν το έχω αισθανθεί. Για να σας πω την αλήθεια, στο μόνο που ταυτίστηκα με την Marianne είναι ότι είναι μία δυναμική γυναίκα – δεν είναι θύμα. Με ενδιαφέρουν χαρακτήρες που ξεπερνούν την έννοια του θύματος ή του μη θύματος. Μόνο έτσι αποκτούν πραγματικό ενδιαφέρον. Μπορεί να της έτυχε αυτή η ιστορία, αλλά δεν ήταν μία αδύναμη απομονωμένη μεσήλικη που την εκμεταλλεύτηκαν. Ήταν πολύ πιο πολύπλοκο αυτό που συνέβη. Όμως, όχι, δεν συνδέθηκα μαζί της γιατί νιώθω ότι ανήκω σε κάποια προνομιούχα τάξη – στην «αριστοκρατία του κινηματογραφικού μικρόκοσμου» (γελάει). Καταλαβαίνω ότι η φύση της δουλειάς μου και η παραδοξότητά της που με θέλει μπροστά από το φακό, κάτω από προβολείς, καλή ώρα στα κόκκινα χαλιά των φεστιβάλ, μπορεί να δίνει την εντύπωση ενός celebrity status που κάποιοι το κουβαλούν μαζί τους. Όμως όχι εγώ. Δεν ζω τη ζωή μου ως celebrity, είμαι κανονικός άνθρωπος, τρέχω με τις δουλειές μου, με την οικογένειά μου. Δεν είμαι η grande dame που μπορεί να νομίζετε (γελάει).
Παρ’ όλο που πρόκειται για την ιστορία ενός σκανδάλου, υπάρχει ένας κωμικός τόνος στην ταινία. Κάτι που σας πάει πολύ. (Γελάει) Ναι, μου αρέσει η κωμωδία, ή μάλλον, η λεπτή ειρωνεία, το φλέγμα. Η ταινία επίτηδες αντιμετωπίζει την όλη ιστορία με μία έντονη θεατρικότητα, σχεδόν σαν φάρσα. Δεν θα με ενδιέφερε αν ένιωθα, διαβάζοντας το σενάριο, ότι πρόκειται για ένα μελόδραμα ή για κάτι υπερβολικά συναισθηματικό. Αυτό που μου άρεσε ήταν ότι η ταινία κινείται διαρκώς ανάμεσα στη θεατρικότητα και τη φάρσα. Είχα σχεδόν την αίσθηση ότι έπαιζα σε μια οπερέτα. Κι αυτό μου έδινε μία μεγάλη ελευθερία να παίξω με το χαρακτήρα και τα όριά του. Υπάρχει μια εσκεμμένη υπερβολή, που σίγουρα τη δυναμιτίζει η πληθωρική, εκκεντρική φιγούρα του Fantin. Είναι ένας γοητευτικός, θεατρικός, queer δανδής κι αυτό ξυπνά στην Marianne κάτι που μέχρι τότε έμενε κοιμισμένο. Ή πεθαμένο.
Είναι αλήθεια: μοιάζει σαν να ξύπνησε από έναν λήθαργο. Κάτι πολύ γνώριμο στις μεσήλικες γυναίκες που ίσως σκέφτονται «αυτό ήταν η ζωή μου», αλλά έρχεται κάποιος και τις ξυπνά. Κάτι σαν ξαφνικός έρωτας…
Κι εγώ το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι είναι μία ερωτική ιστορία – φυσικά αφορά έναν γκέι άντρα και μία παντρεμένη στρέιτ γυναίκα, αλλά πιστεύω ότι τον ερωτεύτηκε. Τη γοήτευσε, ξελογιάστηκε. Την πρώτη φορά που συναντιούνται την έκανε να γελάσει. Ένιωσα ότι αυτή η γυναίκα είχε χρόνια να γελάσει. Το πλήρωσε όμως όλο αυτό – αυτό το ξελόγιασμα την έκανε να έρθει σε ρήξη με την οικογένειά της, ειδικά με την κόρη της, η οποία έβλεπε έναν επιτήδειο καιροσκόπο να ροκανίζει την περιουσία τους. Και, το κυριότερο, να απολαμβάνει την αγάπη που δεν της έδωσε ποτέ η μητέρα της. Όμως δεν ήθελα να μπω τόσο βαθιά στην ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας, στη σκοτεινιά αυτής της ιστορίας. Δεν γυρίζαμε ένα βαρύ ψυχολογικό δράμα. Η Marianne δεν είναι Η Κυρία με τις Καμέλιες, ούτε η Μαντάμ Μποβαρί. Αν αυτός ήταν ο στόχος τότε θα έκανα κι άλλη προετοιμασία: θα διάβαζα και θα έβλεπα τα πάντα για την Liliane Bettencourt. Ίσως ζητούσα να συναντήσω την κόρη της, να γνωρίσω τον François-Marie Banier. Όχι, όχι – εγώ το είδα ως άσκηση: πώς ερμηνεύει κανείς μία αριστοκράτισσα socialite, πώς θα αισθανόμουν αν ήμουν η «πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο».
Ήταν τυχαίο πιστεύετε ότι ήταν φωτογράφος; Ότι της έβγαλε γοητευτικές φωτογραφίες, ότι «την είδε»; Μπορεί μία μεσήλικη γυναίκα να αισθάνεται «αόρατη» – όση εξουσία και δύναμη κι αν έχει κοινωνικά, επιχειρηματικά. Είναι ένα παιχνίδι ξελογιάσματος αυτό που συμβαίνει με το φακό; Ακόμα και τον κινηματογραφικό;
Καταλαβαίνω που το πάτε (γελάει). Κοιτάξτε, δεν θέλω να σας πω ότι δεν με απασχολεί πώς με καταγράφει ο φακός. Το πρόσωπο και το σώμα μου είναι εργαλεία της δουλειάς μου. Είναι φυσικό να με ενδιαφέρει η σχέση μου με την κάμερα. Όμως, εξαρτάται ως τι είδους καθρέφτη χρησιμοποιείς τον κινηματογραφικό φακό. Αν υπάρχει μία εμμονή με τη νιότη που φυσιολογικά χάνεται, θα είναι πολύ σκληρός σου αντίπαλος. Αν τον αντιμετωπίζεις ως συμπαίκτη στην τέχνη σου, τότε είναι στο χέρι σου. Σε ένα κοντινό πλάνο, αν δεν κοιτάς τις ρυτίδες σου, αλλά το βλέμμα σου, τότε ο φακός είναι φίλος.
Είχατε πει παλιότερα και το έχω συγκρατήσει ότι «σ’ ένα κοντινό, ένα αδιόρατο τρεμόπαιγμα των βλεφάρων είναι πολύ σημαντικό γεγονός». Είναι η ομορφιά κάτι διαφορετικό στο σινεμά; Όταν στην εποχή του Instagram, για παράδειγμα, τα φίλτρα ασχολούνται με τις ρυτίδες, όχι με το βλέμμα;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει ομορφιά στα social media. Δεν υπάρχει ομορφιά σε κάτι που δεν είναι αληθινό. Το σινεμά, μπορεί να είναι μια κατασκευή, αλλά όσα συμβαίνουν ανάμεσα στους ηθοποιούς, στο σκηνοθέτη και την κάμερα, όσα μάς συνδέουν με την ιστορία, όλα είναι αληθινά. Με ρωτούν πολλές φορές ποια είναι τα εργαλεία μου, πώς ερμηνεύω κάτι και δεν ξέρω να απαντήσω ακριβώς. Δεν μπορώ να το εξηγήσω – όταν ακουστεί το «action» και γλιστρήσεις κάτω από την επιδερμίδα του ρόλου, είναι σαν να είσαι λίγο μεθυσμένος. Γιατί όταν είσαι μεθυσμένος λες και τις μεγαλύτερες αλήθειες. (Γελάει).
Πάντως εσείς είστε μία γυναίκα με ιδιαίτερη αισθητική, σύγχρονη, φρέσκια, τολμηρή. Περιμένουμε να δούμε το βράδυ τι θα φοράτε στο κόκκινο χαλί. Τι σας δίνει η μόδα που δεν σας δίνει το σινεμά ή το θέατρο; Είναι ένα άλλου είδους παιχνίδι;
Όχι, είναι μία ακόμα ερμηνεία. Αναλόγως ποιος με ντύνει, πώς με έχει φανταστεί, κλασική ή τολμηρή, έχω κι εγώ την πρόκληση μίας ακόμα μεταμόρφωσης. Μίας διαφορετικής έκφρασης. Την αγαπώ τη μόδα γιατί ξεκλειδώνει μέσα μου διαφορετικούς εαυτούς. Για μένα είναι τέχνη.

Η πρώτη φορά που σας συνάντησα ήταν εδώ στις Κάννες 25 χρόνια πριν, για τη Δασκάλα του Πιάνου του Michael Haneke – έναν πολύ τολμηρό, δυνατό ρόλο. Και δεν είναι ο μόνος. Έχετε προκαλέσει τα όρια με καταξιωμένους σκηνοθέτες, έχετε ρισκάρει με μικρότερους στα πρώτα τους βήματα. Έχετε χτίσει μία φιλμογραφία με αρκετούς ρόλους ακραίους, ψυχολογικά σύνθετους και συχνά προκλητικούς. Δεν σας τρομάζει κάτι;
Εγώ δεν νιώθω ότι έχω ρισκάρει. Όταν σε σκηνοθετεί ο Michael Haneke, o Paul Verhoeven, o Claude Chabrol, o Hal Hartley, είσαι σε απολύτως ασφαλή χέρια. Η δουλειά σου είναι να εμπιστεύεσαι το σκηνοθέτη σου και να πηδάς στο κενό. Γιατί δεν είναι κενό – σου έχει πλέξει ένα γερό δίχτυ ασφαλείας. Είναι πραγματικά θέμα εμπιστοσύνης λοιπόν. Αν δεν εμπιστεύεσαι το σκηνοθέτη σου, τότε υπάρχει πρόβλημα.
Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, μετά από μία τόσο γεμάτη καριέρα, έχετε ανικανοποίητους στόχους; Ονειρεύεστε συνεργασίες με σκηνοθέτες που αγαπάτε και θαυμάζετε; Τι σας γοητεύει για να πείτε το ναι σε έναν επόμενο ρόλο;
Ω, δεν έχει σημασία ποιους αγαπώ εγώ, αλλά ποιοι με αγαπούν ώστε να θέλουν να μου προτείνουν ένα ρόλο (γελάει, δήθεν ταπεινά). Σε κάθε φεστιβάλ, γνωρίζω και καινούργιους σκηνοθέτες. Όλοι έχουν κάτι το διαφορετικό, το πολύ ενδιαφέρον. Δεν ξέρω αν έχω στόχους. Έχω σίγουρα μία πολύ μεγάλη όρεξη να εξερευνήσω ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο βαθιά την τέχνη μου. Μία ορμή να πάω ακόμα παρακάτω. Με γοητεύει κάθε τι καινούργιο ή λίγο μυστήριο. Να κάνω διαφορετικά πράγματα, να μην με τυποποιούν και με παγιδεύουν σε κάτι χιλιοπαιγμένο κι ασφαλές. Μου αρέσει το άγνωστο, να ακολουθώ την περιέργειά μου. Ναι, συνεχίζω κι ονειρεύομαι συνεργασίες. Και δεν έχω κανένα σκοπό να σταματήσω.
«Η πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο» θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες στις 20 Αυγούστου από την Rosebud.21.
Το θέμα αρχικά δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InStyle Greece, τεύχος 143, Αύγουστος 2026.