Η Άντζελα Δημητρίου παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή “Καλύτερα δε Γίνεται”. Η γνωστή τραγουδίστρια μίλησε μεταξύ άλλων για τα παιδικά της χρόνια, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τη Ρίτα Σακελλαρίου, ενώ αποκάλυψε πώς έσωσε από φυλάκιση έναν άστεγο που της ζήτησε οικονομική βοήθεια.
«Όταν γυρίζω πίσω, θέλω να θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια, τη ζωή τη φτωχική. Γεννήθηκα στο Περιστέρι. Γεννήθηκα στις παράγκες, συγκεκριμένα, που ήτανε τότε. Θυμάμαι το σχολείο μου, το πέτρινο που πήγαινα, που ήμουνα πολύ καλή μαθήτρια. Από μικρή ήθελα να τραγουδάω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ. Έπαιρνα στα χέρια το μπρίκι και τραγουδούσα», είπε αρχικά η Άντζελα Δημητρίου.
“Την παιδικότητα που έχασα τότε τη βρίσκω τώρα στην εγγονή μου”
Και πρόσθεσε: «Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με εμπιστεύθηκε. Ήτανε ένας άνθρωπος απλός, υπέροχος. Έπινε κρασί, θυμάμαι, χύμα. Σε κανάτα. Και μου ‘λεγε, “Όταν μεγαλώσεις, το καλύτερο κρασί είναι το χύμα. Αυτό θα πίνεις”. Μ’ αγαπούσανε πάρα πολύ όλοι. Με όλους που δούλεψα. Μα αυτή που ήμουνα πολύ κοντά και την αγαπούσα πάρα πολύ, ήταν η Ρίτα Σακελλαρίου. Θυμάμαι ότι πήγαινα μέσα στο καμαρίνι και μου έλεγε “Σε παρακαλώ πολύ, βγάλε μου αυτές τις μπότες από το πόδι, γιατί με πονάνε τα πόδια μου”.
Έγινα πρώτη φορά μητέρα στα δεκαπεντέμισι. Δεν γινότανε να κρατηθεί αυτό το παιδί και να το ‘χω εγώ. Και δόθηκε. Απλά. Ήθελε η μητέρα μου να βοηθήσει τη νύφη της η οποία δεν έκανε παιδιά, και έγινε αυτό. Όσο μεγάλωνα, ο καημός μεγάλωνε πιο πολύ. Και κάποια στιγμή ήρθε στη ζωή μου η Όλγα. Εκεί, αλλάξαν τελείως τα πράγματα. Την παιδικότητα που έχασα τότε τη βρίσκω τώρα στην εγγονή μου».
Η ‘Αντζελα Δημητρίου, τέλος, αποκάλυψε πώς έσωσε από την οικονομική καταστροφή και τη φυλακή έναν άστεγο που την πλησίασε και της ζήτησε βοήθεια: «Πάντα στη ζωή πρέπει να δίνεις, πρέπει να παίρνεις για να δίνεις. Είχα έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε πού να κοιμηθεί και κοιμότανε στο αυτοκίνητό του. Δούλευα στη Νεράιδα τότε, θυμάμαι. Και έρχεται μέσα στο καμαρίνι, και μου λέει “Χρωστάω κάποια γραμμάτια και πρέπει να τα δώσω, γιατί αν δεν τα δώσω, θα μου πάρουν τ’ αυτοκίνητό μου”. Και με βγάζει έξω. Και μου δείχνει ένα μικρό αυτοκινητάκι, το οποίο ήτανε μέσα με κουρελούδες, με σεντόνια… Και του λέω, “Σε παρακαλώ πολύ. Πες μου πού είναι αυτός που έχει τα γραμμάτια, να τον φέρεις εδώ, α πάρω εγώ τα γραμμάτια, να δώσω τα λεπτά, να τα σκίσω, και να σου μείνει αυτό”. Και μετά αφού έγινε αυτό, τον έβαλα και στην ΕΡΤ και ήτανε στα τηλέφωνα».