Έχει παίξει βασιλιάδες – Άμλετ, Ριχάρδο, Ερρίκο Η΄. Έχει φορέσει τα άμφια του νεαρού Πάπα. Και τώρα τολμά να γλιστρήσει κάτω από την πιο επικίνδυνη μάσκα της σύγχρονης πολιτικής σκηνής: στον Μάγο του Κρεμλίνου ερμηνεύει τον Vladimir Putin. Τον συναντήσαμε και μιλήσαμε για τις προκλητικές επιλογές που συνθέτουν μία καριέρα τριών δεκαετιών, που θα μπορούσε να την είχε ζήσει ξεκούραστα, ως λαμπερός σταρ. Αλλά εκείνος επέλεξε να είναι ηθοποιός.
Από την Πόλυ Λυκούργου
Βενετία, 2025. Συνήθιζα να αποπαίρνω τις φίλες μου. Ωραίος πολύ, σύμφωνοι, αλλά όχι κι ο ωραιότερος που έχει φωτίσει την μεγάλη οθόνη τα τελευταία 30 χρόνια. Μπήκα στη σάλα της βίλας στο Lido, όπου θα κάναμε τη συνέντευξη, ενώ συνομιλούσε με κάποιον από το entourage του. Μόλις κατάλαβε την παρουσία μου, σηκώθηκε, σταύρωσε το σακάκι του, μού έδωσε το χέρι του και χαμογέλασε. «Jude». Υπήρχε κάτι βαθιά αβίαστα απλό, νατουραλιστικά κλασάτο, βρετανικά ευγενικό στην όλη διαδικασία, που πολλαπλασίασε την ωστική λάμψη των γαλάζιων ματιών. Μία χειραψία και κατάλαβα πόσο λάθος είχα. Μία χειραψία, χιλιάδες αυτόματες συγγνώμες στις φίλες μου. Ο Jude Law είναι ακόμα πιο όμορφος από κοντά.
Βέβαια, αυτό που ήταν πάντα αδιαμφισβήτητο ήταν το ταλέντο του. Και ακόμα πιο θαυμαστό, το ρίσκο στις επιλογές του. Τρεις δεκαετίες τώρα θα μπορούσε να έχει μείνει στην ασφάλεια των ρομαντικών κομεντί ή τέλος πάντων ταινιών που θα εξαργύρωναν τη φυσική του γοητεία. Μετά τον Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϊ (1999) είχε ανοίξει διάπλατα η Χολιγουντιανή πόρτα για μία στρωμένη καριέρα ως jeune premier.
Εκείνος όμως επέλεξε εκείνη του ηθοποιού. Αν εξαιρέσει κανείς το Alfie (2004) ή το The Holiday (2006), οι επιλογές του Law ήταν απρόβλεπτες, δύσκολες, τολμηρές – ασύμβατες με το παρατσούκλι «Hunk Jude Law» που του είχε κολλήσει ο Βρετανικός Τύπος στα ’90s. Τόσο στο θέατρο (από όπου ξεκίνησε στα πρώτα του βήματα, κερδίζοντας υποψηφιότητα για Tony στα 23 του χρόνια), όσο και στο σινεμά, οι ρόλοι του αποδείκνυαν ότι ήταν ένας ηθοποιός με ένστικτο, ευφυΐα και διάθεση να εξερευνά διαρκώς νέες πλευρές του εαυτού του.
Εύθραυστοι τραγικοί χαρακτήρες, σκοτεινοί αντιήρωες, αμφιλεγόμενες φιγούρες εξουσίας, cult μύθοι. Από το Cold Mountain μέχρι το The Grand Budapest Hotel κι από τον Sherlock Holmes μέχρι το The Young Pope, ο Law έμοιαζε να διαπραγματεύεται συνεχώς τα όριά του ανάμεσα στο blockbuster εμπορικό και το απαιτητικά καλλιτεχνικό, να μεταμορφώνεται, να τσαλακώνεται, να επιλέγει ό,τι τον τρομάζει, τον ωριμάζει, τον μετακινεί.

Ίσως γι’ αυτό η τελευταία του μεταμόρφωση προκαλεί έντονο ενδιαφέρον: στην ταινία Ο Μάγος του Κρεμλίνου του Ολιβιέ Ασαγιάς, ο Law μεταμορφώνεται σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας: τον Ρώσο Πρόεδρο, Vladimir Putin. Και το κάνει τόσο εσωτερικά, ισορροπημένα, αλάνθαστα που είναι… ανατριχιαστικό.
Μιλήσαμε μαζί του για αυτήν τη σύνθετη πρόκληση, για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη μίμηση και την ερμηνεία, αλλά και για το πόσο τον τρόμαξε να διεισδύσει στην σκιώδη περσόνα ενός πολιτικού, που όλοι αισθανόμαστε τη βαριά σκιά του.
Έχετε παίξει τον Πάπα, τώρα τον Τσάρο – τι θα ακολουθήσει;
(Γελάει) Δεν ξέρω, αλλά έχω παίξει κι αρκετούς βασιλιάδες, οπότε ίσως να έκλεισε αυτός ο κύκλος.
Όταν σας ήρθε η πρόταση να ερμηνεύσετε τον Vladimir Putin, τρομάξατε, ενθουσιαστήκατε – και τα δύο;
Ενθουσιάστηκα. Ναι, καταλαβαίνω ότι μιλάμε για έναν από τους πιο διαβόητους της σύγχρονης πολιτικής, έναν από τους πιο σκοτεινούς, απολυταρχικούς ηγεμόνες. Ίσως να ήμουν αφελής, αλλά δεν τρόμαξα ιδιαίτερα. Εμπιστεύθηκα πλήρως το σενάριο και τον Olivier. Γιατί σέβομαι και το έργο του, αλλά κυρίως τον ίδιο – όποιος γνωρίζει τον Olivier, ξέρει πολύ καλά ότι πρόκειται για έναν από τους πιο ακέραιους, οξυδερκείς, καλλιεργημένους ανθρώπους. Είχα πλήρη εμπιστοσύνη λοιπόν ότι θα είμαι μέρος μιας ιστορίας που θα ειπωθεί σύνθετα, μελετημένα – δεν θα καταλήξει μία ταινία «πρόκληση για την πρόκληση». Επίσης ένιωθα ασφαλής γιατί δεν είμαι ο πρωταγωνιστής – η ταινία δεν είναι για τον Putin, είναι για τον λομπίστα του. Οπότε δεν ήταν όλο το βάρος πάνω μου.
Η ερμηνεία σας δεν είναι καθόλου μιμητική. Μοιάζει να χτίζετε τον ρόλο από μέσα προς τα έξω. Ούτε πρόκειται για μια κλασική μεταμόρφωση, όπως έχουμε συνηθίσει τελευταία στο σινεμά, κι όμως του μοιάζετε εντυπωσιακά. Πώς κατακτήσατε αυτήν τη χρυσή ισορροπία;
Με τον Olivier είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δεν ήθελε μία φτηνή μίμηση. Δεν τον ενδιέφερε να γίνω κλώνος, να φορέσω προσθετικό μακιγιάζ, να αλλάξω τη φωνή μου. Ο στόχος ήταν να ερμηνεύσω μία προσωπικότητα, όχι να κρυφτώ πίσω από μία μάσκα. Ευτυχώς υπάρχει πολύ υλικό από εκείνη την εποχή, οπότε μπορούσα να τον μελετήσω. Να βρω τις λεπτές ισορροπίες, τους μικρούς εκφραστικούς μορφασμούς του, τις κινήσεις, τη στάση του σώματός του, το βλέμμα του. Η δυσκολία που αντιμετώπισα είναι ότι όσο ο Putin βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, το πρόσωπο του δεν προδίδει κανένα συναίσθημα – τον ονομάζουν άλλωστε «a man with no face». Kι αυτό δεν έπρεπε να το προδώσω, αλλά από την άλλη, στόχος μου ως ηθοποιός είναι να δημιουργώ χαρακτήρες που να αποκαλύπτουν ή να υποψιάζουν έστω, συναισθήματα, διλήμματα, κίνητρα. Με δυσκόλεψε πολύ αυτή η ισορροπία. Αποφάσισα σε κάθε σκηνή να κρατώ το πρόσωπο μου ακίνητο, να φοράω «την δημόσια μάσκα του», αλλά εσωτερικά να αισθάνομαι έντονα και πολλά – με την ελπίδα ότι αυτό θα «βγει» στο βλέμμα μου, στην ενέργειά μου. Με βοήθησε επίσης πολύ η ομάδα του μακιγιάζ της ταινίας, οι οποίοι κατάφεραν εξαιρετικά να πατήσουν στο πρόσωπό μου και να αποδώσουν την εικόνα του όπως όλοι την αναγνωρίζουμε. Κι είναι καταπληκτικό τι μπορεί να κάνει η κατάλληλη περούκα σιλικόνης (γελάει).
Τι σας έμαθε η έρευνά σας; Τι μάθατε για τον Putin που δεν ξέρατε; Κάτι που σας αιφνιδίασε ή και σας σόκαρε;
Νομίζω ότι είναι μία φιγούρα που όλοι νομίζουμε ότι ξέρουμε, αλλά δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα. Ξέρουμε το περίγραμμά του μόνο. Έχει ένα μυστήριο ως προσωπικότητα, το οποίο με ιντριγκάρισε πολύ να φωτίσω και να εξερευνήσω. Έκανα πολύ μεγάλη έρευνα, διάβασα ό,τι έπεσε στα χέρια μου, τον μελέτησα σχεδόν σε σημείο εμμονής! Όμως, τελικά συνειδητοποίησα ότι δεν είχε σημασία τι έμαθα για τον ίδιο, όσο για την πολιτική Ιστορία του σύγχρονου κόσμου. Το τι μας συνέβη και μάς οδήγησε σε όσα ζούμε στον 21ο αιώνα είναι το σοκαριστικό. Κι αυτό είναι και ο κεντρικός άξονας της ταινίας. Πώς χτίστηκε η σύγχρονη διεφθαρμένη πολιτική σκηνή της Ευρώπης, πώς εδραιώθηκαν όλα όσα έχουν γίνει «κανονικότητα» σήμερα. Και μεγάλο ρόλο στην αναταραχή της παγκόσμιας πολιτικής ισορροπίας έπαιξε η άνοδος στην εξουσία του Vladimir Putin. Όμως, παρόλο που ακολουθούμε την συγκεκριμένη υπόθεση, νομίζω ότι οι διεφθαρμένοι χειρισμοί, το τρομακτικό παρασκήνιο, οι αδίστακτοι παίκτες βρίσκονται σε όλο τον πολιτικό κόσμο – σε Ανατολή και Δύση. Θα μπορούσες να αντικαταστήσεις τον Putin με άλλες σύγχρονες πολιτικές προσωπικότητες και να δεις ένα παρόμοιο μοτίβο αδίστακτης διαπλοκής. Δυστυχώς. Δεν υπάρχει πλέον ρομαντισμός στην πολιτική – ή μάλλον, δεν ξέρω αν υπήρξε και ποτέ. Όσοι κυνηγούν την εξουσία δεν έχουν τις καλύτερες προθέσεις.
Η δική σας επιτυχία στον καλλιτεχνικό χώρο μεταφράζεται ως μία μορφή εξουσίας;
Είναι ενδιαφέρον γιατί αυτή η ταινία με έκανε να σκεφτώ τι μπορεί να σημαίνει να έχεις εξουσία, αν όλοι μας έχουμε μέχρι ένα βαθμό και πώς την χρησιμοποιούμε. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι η εξουσία έχει μία ερμηνεία – προσαρμόζεται αναλόγως. Νομίζω ότι έχει να κάνει με το τι θα ικανοποιούσε τον καθένα μας σε αυτήν τη ζωή – πώς δηλαδή αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τι θέλουμε να πάρουμε, να κερδίσουμε από τη θέση που βρισκόμαστε. Σε προσωπικό επίπεδο, κατέληξα ότι η όποια επιτυχία μου και η όποια εξουσία μου, μού δίνει την πολυτέλεια να μπορώ να έχω τον έλεγχο του τι θέλω και τι δεν θέλω να κάνω – και προσωπικά και επαγγελματικά. Η μορφή δύναμης που με ενδιαφέρει δηλαδή είναι να μπορώ να ζω τη ζωή μου όσο γίνεται πιο συμβατά με τις αξίες μου και τα θέλω μου. Να μην συμβιβάζομαι και να μην μιζεριάζω. Να επιλέγω τις δουλειές που με ενδιαφέρουν και με προχωρούν.

Μοιάζει να μην σας ενοχλεί να τσαλακώνετε το παρουσιαστικό σας – κάτι που είναι αρκετά σπάνιο με τους ωραίους άντρες σε αυτό το επάγγελμα. Έχετε πάρει πολλά κιλά για το Dom Hemingway, έχετε παραμορφωθεί στο ρόλο του Ερρίκου του 8ου στο Firebrand. Είναι μία πρόκληση να αποχωρίζεστε την πανοπλία του «ωραίου» για έναν ρόλο;
Δεν ξέρω πώς να το απαντήσω αυτό. Γιατί, όπως και να το πιάσω, μοιάζει σαν να παραδέχομαι ως αξίωμα ότι είμαι ωραίος (γελάει).
Eλάτε τώρα, έχετε κι επισήμως ψηφιστεί «Sexiest Man Alive».
Ναι, μπορεί να σας φανεί παράξενο ή να νομίζετε ότι μπλοφάρω, αλλά μόνο πολύ πρόσφατα, κοιτώντας παλιές μου φωτογραφίες, κατάλαβα ότι κάποτε ήμουν ωραίο παιδί (γελάει). Πάντως, ως ηθοποιός οι ανασφάλειες προκύπτουν από άλλα πράγματα. Δεν ήταν ποτέ η ομορφιά εγγύηση για μένα – ποιος θέλει να παίζει συνεχώς τον όμορφο; Είναι απολύτως βαρετό. Δεν αισθάνθηκα λοιπόν ποτέ ασπίδα ή πανοπλία όπως την ονομάσατε, την εμφάνιση. Ούτε το ταλέντο δεν προσφέρει πανοπλία, πρέπει να έχεις θάρρος να το αξιοποιήσεις. Να αντιμετωπίζεις το ρίσκο των επιλογών σου. Να στέκεσαι απέναντι στους ρόλους με δέος. Να βγαίνεις στο θέατρο μπροστά σε εκατοντάδες κόσμο ή μπροστά στον φακό που σε πλησιάζει αμείλικτα και να ξεθάβεις μια άλλου είδους ομορφιά, ένα άλλο φως. Αυτό το φως κυνηγάμε μία ζωή οι ηθοποιοί.
Δεν το έχετε κατακτήσει πιστεύετε αυτό το φως;
(Γελάει) Μόνο σε στιγμές. Δεν κρατάει πολύ αυτή η κατάκτηση, σου γλιστράει από τα χέρια. Κοιτάξτε, δεν έχω παράπονο. Υπήρξα υποψήφιος για Τony στα 23 μου χρόνια. Για Όσκαρ στα 28 μου. Όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Ποτέ δεν ήταν. Το θέμα ήταν ότι δεν μπορούσα πάντα να συνειδητοποιήσω τι μου συνέβαινε, εκείνη τη στιγμή που μου συνέβαινε. Να τη ζήσω στο έπακρο. Να μην σκέφτομαι το παρελθόν και τις αστοχίες του, το μέλλον και τις αγωνίες του. Προσπαθώ να το μεταφέρω και στα παιδιά μου αυτό: ωραίοι οι μελλοντικοί στόχοι, πολύ υγιές να κοιτάς δημιουργικά και τα λάθη του παρελθόντος, αλλά η πραγματική ευτυχία έρχεται όταν κάποιος μπορεί να απομονώσει το παρόν, το τώρα. Και να το ζήσει στο έπακρο.
Το θέμα αρχικά φιλοξενήθηκε στο περιοδικό InStyle Greece Απρίλιος, τεύχος 138.